Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.3.14

Ο Μαρξ και η ιδέα της προόδου

Από τον Θανάση Γιαλκέτση

Η ακόλουθη συνέντευξη του Γάλλου κοινωνιολόγου και ψυχαναλυτή Νταβίντ Μουλμάν δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο «nonfiction».

• Ποια ήταν η στάση του Μαρξ απέναντι στην ιδέα της προόδου;

Μπορούμε να μιλήσουμε για μιαν εξέλιξη της θέσης του Μαρξ, η οποία δεν θα μπορούσε να εκτιμηθεί μονοσήμαντα. Υπάρχει αρχικά η θέση ενός Μαρξ κληρονόμου του Διαφωτισμού, ο οποίος, για παράδειγμα, στα άρθρα του για την Ινδία του 1853, που δημοσιεύτηκαν στη «New York Daily Tribune», εξηγεί ότι η διάλυση των παραδοσιακών κοινωνιών μπορεί βέβαια να προκαλεί τη νοσταλγία, αλλά ο μηχανισμός της ιστορικής ανάπτυξης απαιτεί την καταστροφή των κοινωνικών δομών του «ανατολικού δεσποτισμού». Παρά την αποστροφή που νιώθει ο Μαρξ για τα συμφέροντα που στηρίζουν την αγγλική αποικιοκρατία, αυτή η τελευταία γίνεται αντιληπτή ως ένα αναγκαίο στάδιο. Ο Μαρξ εδραιώνει μια σχέση ανάμεσα στην καταστροφή και την αναγέννηση, που υποδηλώνει μια γραμμική αντίληψη της προόδου. Στο δεύτερο άρθρο του με τίτλο «The Future Results of British Rule in India», ο Μαρξ αναφέρεται στην ανάπτυξη του σιδηροδρόμου και υπογραμμίζει περισσότερο τις καταστροφικές συνέπειες μιλώντας για τις «ολέθριες επιπτώσεις της βιομηχανίας», αλλά παραμένει πιστός στην ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας.

Ο στοχασμός του Μαρξ θα τροποποιηθεί όταν θα γράφει τα έργα που αφιερώνει στη Ρωσία, των οποίων μαρτυρίες μπορούμε να διαβάσουμε στην περίφημη απάντηση που έδωσε στον Μιχαήλοφσκι το 1877, καθώς και στην επιστολή του στη Βέρα Ζάσουλιτς το 1881. Ο Μαρξ πραγματεύεται το ζήτημα της ιδιαίτερης μορφής της παραδοσιακής «ρωσικής κοινότητας» και εκφράζει την ανησυχία του για τους κινδύνους να πάψει να είναι γόνιμη η γη εξαιτίας της τεχνολογικής ανάπτυξης. Αναρωτιέται επίσης για τη δυνατότητα να αποφύγει η Ρωσία το στάδιο των δεινών του βιομηχανικού καπιταλισμού. Αυτή η σημαντική εξέλιξη, στον αντίποδα του εξελικτικού και ντετερμινιστικού τρόπου σκέψης που χαρακτηρίζει τα άρθρα για την Ινδία του 1853, σηματοδοτεί πολλές σπουδαίες τομές. Από τη μια μεριά, έρχεται σε ρήξη με μια μονοσήμαντη αντίληψη της Ιστορίας και της ανάπτυξής της και αμφισβητεί την ιδέα των αναγκαίων ιστορικών σταδίων.

Συνέχεια >>>>>>>>>>>>



Από την άλλη μεριά, ο Μαρξ επεκτείνει τα δεινά του καπιταλισμού, τα οποία πλήττουν πλέον όχι μόνον τις κοινωνικές δομές αλλά και την ίδια τη φύση. Πάνω σε αυτήν την εξέλιξη μπορεί να θεμελιωθεί μια ανοιχτή αντίληψη των ιστορικών διαδικασιών, η οποία δεν θα αντιπαραθέτει τη δομική «αντικειμενική» αντίφαση μεταξύ κοινωνικών τάξεων και την έλευση του επαναστατικού γεγονότος με την «υποκειμενική» κινητοποίηση της επαναστατικής τάξης. Υπάρχουν βέβαια ιστορικές δυνατότητες, αλλά δεν υπάρχει ιστορικά αναπόφευκτο. Οι επαναστάτες δεν πρέπει να βασίζονται στην ιδέα μιας συνεχούς διαδικασίας με κατάληξη τη «Μεγάλη νύχτα». Το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», που έθεσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, διατυπώνει καλά, νομίζω, τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε επαναστατική πολιτική στερούμενη τόλμης.

Read more »

20.2.14

Το χρέος ως εργαλείο κυριαρχίας, Από τον Θανάση Γιαλκέτση

Η Ιστορία καταδεικνύει ότι το καλύτερο μέσο για να δικαιολογούν σχέσεις που βασίζονται στη βία, για να τις κάνουν να θεωρούνται ηθικές, είναι να τις μεταφράζουν με όρους χρεών, αναφέρει ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Ντέιβιντ Γκρέιμπερ:

Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Αμερικανού ανθρωπολόγου Ντέιβιντ Γκρέιμπερ «Χρέος. Τα πρώτα 5.000 χρόνια» (Στάσει Εκπίπτοντες, 2013). Γεννημένος το 1961, ο Γκρέιμπερ ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ από το 1998 ώς το 2007, ενώ σήμερα διδάσκει στο London School of Economics. Παραγωγικός συγγραφέας, πολιτικός ακτιβιστής και θεωρητικός του αναρχισμού, ο Γκρέιμπερ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα Occupy Wall Street. Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Le Nouvel Observateur».


• Στο βιβλίο σας «Χρέος. Τα πρώτα 5.000 χρόνια» αμφισβητείτε την ιδέα –που διατηρείται μέσα στους αιώνες–ότι η αδυναμία να εξοφλήσουμε ένα χρέος είναι ανήθικη, καθώς η Ιστορία και οι θρησκείες μάς διδάσκουν ότι το να πληρώνουμε τα χρέη μας είναι μια επιτακτική υποχρέωση.

Το χρέος είναι μια υπόσχεση που δίνεται από έναν οφειλέτη σε έναν πιστωτή. Βεβαίως, όταν κάποιος υπόσχεται κάτι σε κάποιον, οφείλει να προσπαθήσει να τιμήσει αυτήν την υπόσχεση όσο καλύτερα μπορεί. Αυτό όμως που με κέντρισε είναι το σημαντικό ηθικό βάρος που αποδίδουμε σε αυτόν τον τύπο οικονομικής υπόσχεσης. Οταν ένας πολιτικός στη διάρκεια μιας προεκλογικής εκστρατείας υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια όταν θα εκλεγεί και όταν μια κυβέρνηση υπόσχεται στις τράπεζες να τις πληρώσει με ένα προκαθορισμένο επιτόκιο, τείνουμε να θεωρούμε ότι η πρώτη υπόσχεση δεν πρόκειται να τηρηθεί ενώ η δεύτερη μας φαίνεται απολύτως ιερή. Αυτό το βιβλίο ξεκινάει με μια συζήτηση που έκανα στο Λονδίνο με μιαν αριστερή δικηγόρο σχετικά με την παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη Μαδαγασκάρη, όπου είχα ζήσει για περίπου δύο χρόνια. Είχαν συμβεί φοβερά πράγματα σ’ αυτή τη χώρα όταν τα μέτρα οικονομικής λιτότητας που απαιτούσε το ΔΝΤ εφαρμόστηκαν, ιδίως όταν μια επιδημία ελονοσίας εξόντωσε χιλιάδες παιδιά, εξαιτίας των περικοπών στις κρατικές δαπάνες. Της είπα ότι η κατάργηση του χρέους θα ήταν καλό πράγμα, καθώς οι κάτοικοι της Μαδαγασκάρης είχαν ήδη πληρώσει πολλά. Αυτή μού απάντησε: «Μα τα δανείστηκαν τα χρήματα. Σε κάθε περίπτωση, οφείλει κάποιος να εξοφλεί τα χρέη του». Δεν ήταν μια οικονομική διαπίστωση αλλά μια ηθική κρίση. Γιατί η ηθική του χρέους φαίνεται ανώτερη από όλες τις άλλες μορφές ηθικής; Ποια είναι όμως αυτή η επιτακτική ηθική υποχρέωση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον θάνατο χιλιάδων παιδιών; Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από αυτό το ερώτημα και από αυτήν την εξέγερση.

• Πολλές θρησκείες, γράφετε, βασίζονται στην ιδέα ενός αρχέγονου χρέους του ανθρώπου προς τον Θεό, τις θεότητες, τη φύση… Ο άνθρωπος θα ήταν ένας αιώνιος οφειλέτης;

Τα περισσότερα θρησκευτικά κείμενα που αναφέρονται σ’ αυτό το ζήτημα λένε ότι η ηθική είναι υπόθεση χρεών που πρέπει να πληρώσουμε. Η βραχμανική θρησκεία διδάσκει ότι η ζωή είναι ένα χρέος που χρωστάμε στους θεούς, αλλά με το να γίνεται κάποιος ο ίδιος σοφός εξοφλεί αυτό που χρωστάει σε εκείνους που επινόησαν τη σοφία.

• Ενα χρέος που εξοφλούν και με τις θυσίες.

Ναι, η θυσία είναι μια προκαταβολή και ο διακανονισμός του υπόλοιπου χρέους γίνεται όταν πεθαίνει κάποιος. Η ιδέα της ηθικής του χρέους προσκρούει όμως στο γεγονός ότι πρέπει να γίνεις εσύ ο ίδιος σοφός για να πληρώσεις το χρέος σου στις θεότητες, πρέπει να αποκτήσεις παιδιά για να εξοφλήσεις το χρέος σου προς τους γονείς σου. Στα αραμαϊκά η ίδια λέξη σημαίνει χρέος και αμαρτία ή ενοχή. Στη Βίβλο, οι αμαρτωλοί καλούνται να εξοφλήσουν το ηθικό χρέος τους προς τον Θεό, αλλά η ίδια η Βίβλος μάς εξηγεί στη συνέχεια ότι αυτό το χρέος δεν έχει στο βάθος τίποτα το ιερό και ότι σε τελική ανάλυση ο Θεός θα το σβήσει. Στα βιβλικά κείμενα η «λύτρωση» σημαίνει την απαλλαγή από τις συνέπειες του χρέους, την τελική εξόφληση. Ενας πολύ παλαιός εβραϊκός νόμος της εποχής του Μωυσή ήταν εκείνος του Ιωβηλαίου. Οριζε ότι όλα τα χρέη θα καταργούνταν αυτόματα «το Σάββατο έτος» (δηλαδή μετά το πέρασμα επτά χρόνων) και ότι όλοι όσοι είχαν γίνει σκλάβοι εξαιτίας αυτών των χρεών θα απελευθερώνονταν. Η παραίτηση από τις απαιτήσεις είναι, όπως βλέπουμε, μια πολύ παλιά ιδέα.

• Υποστηρίζετε ότι το χρέος υπήρξε πάντοτε ένα εργαλείο στην υπηρεσία της εξουσίας και της βίας.

Η Ιστορία καταδεικνύει ότι το καλύτερο μέσο για να δικαιολογούν σχέσεις που βασίζονται στη βία, για να τις κάνουν να θεωρούνται ηθικές, είναι να τις μεταφράζουν με όρους χρεών. Ετσι δημιουργείται η αυταπάτη ότι είναι το θύμα εκείνο που διαπράττει το αδίκημα. Το χρέος είναι το πιο αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο που επινοήθηκε ποτέ από τους πλούσιους και τους ισχυρούς: διακοσμεί τις πιο βίαιες ανισότητες μεταξύ πιστωτών και οφειλετών με ένα επίστρωμα ηθικότητας και φιλοδωρεί τα θύματα, τους οφειλέτες, με το συναίσθημα ότι είναι ένοχοι. Είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν πάντοτε οι κατακτητικοί στρατοί: μας χρωστάτε τη ζωή επειδή σας έχουμε δανείσει και, καθώς είμαστε γενναιόδωροι, δεν θα οφείλετε τίποτα τον πρώτο χρόνο, αλλά θα πληρώνετε στη συνέχεια.

• Αναφέρετε τα δύο απίστευτα γαλλικά παραδείγματα της αποικιοποίησης της Μαδαγασκάρης και της ανεξαρτησίας της Αϊτής.

Ναι, είναι τρομερό. Το 1885, η Γαλλία εισέβαλε στη Μαδαγασκάρη και ανακήρυξε τη χώρα γαλλική αποικία. Μετά την «ειρήνευση», ο στρατηγός Γκαλιενί είχε τη διεστραμμένη ιδέα να απαιτήσει από τον πληθυσμό του νησιού να πληρώσει τα κόστη που προκλήθηκαν από την εισβολή και την κατοχή. Το παράδειγμα της Αϊτής είναι ακόμα πιο τρελό. Το 1825, η νέα Δημοκρατία της Αϊτής, η οποία είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της χάρη στην εξέγερση των σκλάβων, υποχρεώθηκε από τον Κάρολο τον 10ο να δανειστεί από τη Γαλλία 150 εκατομμύρια φράγκα, προκειμένου να «αποζημιωθούν» οι παλιοί δουλοκτήτες άποικοι που εκδιώχθηκαν μετά την κατάκτηση της ανεξαρτησίας. Η λέξη «Αϊτή» παρέμεινε από εκείνη την εποχή το συνώνυμο του χρέους, της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

• Η χρέωση, γράφετε, προκαλούσε πάντοτε εξεγέρσεις.

Οι περισσότερες εξεγέρσεις στην Ιστορία έγιναν από λαούς χρεωμένους. Επί πολλές χιλιετίες, η πάλη μεταξύ πλούσιων και φτωχών έπαιρνε τη μορφή συγκρούσεων μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Ολες οι λαϊκές εξεγέρσεις άρχισαν με τον ίδιο τρόπο: με την τελετουργική καταστροφή των κατάστιχων στα οποία καταγράφονταν τα χρέη και των λογιστικών βιβλίων των πιστωτών.

• Η κατάργηση του χρέους σήμερα είναι για σας, που είστε αγωνιστής του κινήματος Occupy Wall Street, μια ουτοπία; Είναι εφικτή;

Είναι αναπόφευκτη. Το τωρινό επίπεδο του χρέους καθιστά ανέφικτη την εξόφλησή του. Η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να εξοφλήσει το δικό της, οι υπερχρεωμένοι πολίτες –όπως οι Αμερικανοί φοιτητές, χρεωμένοι -ώς τον λαιμό για τις σπουδές τους και χωρίς προοπτική να βρουν εργασία– δεν θα μπορέσουν να πληρώσουν τα χρέη τους. Το μεγάλο βιβλικό Ιωβηλαίο που θα αφορούσε την κατάργηση του διεθνούς χρέους και ταυτόχρονα του χρέους των καταναλωτών θα ήταν σωτήριο, γιατί θα μείωνε τα ανθρώπινα βάσανα και θα υπενθύμιζε ότι το χρήμα δεν είναι ιερό και ότι το να πληρώνεις τα χρέη σου δεν είναι η ουσία της ηθικής.

http://www.efsyn.gr/?p=174836


Read more »

17.2.14

Το σχήμα «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» έχει εξαντλήσει τα όριά του

Ο Θόδωρος Καρυπίδης είναι αντιμνημονιακός. Ε, και; Και ο Γιώργος Τράγκας είναι. Φλογερός και αδιαπραγμάτευτος αντιμνημονιακός μάλιστα. Τι θα πει αυτό; Και ποια σχέση μπορούν να έχουν με την Αριστερά οι περί ων ο λόγος αντιμνημονιακοί;
Ε, λοιπόν, αν δεν είχε υπάρξει η ιστορία με τον Καρυπίδη, καλά θα έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ να την εφεύρει. Να την εφεύρει και να την υποστεί. Για να πάθει και για να μάθει...

Έπαθε και έμαθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ότι «έπαθε», ηλίου φαεινότερον. Ήταν αυτό ένα στραπάτσο από τα λίγα. Ότι «έμαθε» προκύπτει από την αντίδρασή του. Η άμεση διόρθωση του λάθους φανερώνει συνείδηση των διαστάσεών του. Κι επί πλέον φανερώνει πολιτική αυτογνωσία και, από μία άποψη, πολιτική παλληκαριά. Έμαθε, απ' ό,τι όλα δείχνουν, πως επιφανειακή και επιπόλαιη αξιολόγηση των πολιτικών χαρακτηριστικών των επιλογών βιτρίνας του δεν επιτρέπεται επ' ουδενί. Και δεν συγχωρείται. Έμαθε επίσης πως οι εισηγήσεις των τοπικών κομματικών οργανώσεων δεν αποτελούν πολιτικό θέσφατο. Ούτε είναι δυνατόν να τον δεσμεύουν σε κάθε περίπτωση. Όχι τουλάχιστον όταν αυτές έρχονται σε προφανή αντίθεση με τις πάγιες αρχές του. Ή όταν υπάρχει κίνδυνος να αλλοιώσουν (έστω να φανεί πως αλλοιώνονται) τα βασικά του πολιτικά χαρακτηριστικά.
Έμαθε εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ, συνειδητοποίησε μάλλον, το αυτονόητο. Πως το αντιπαραθετικό δίπολο «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» (και κατ' επέκταση ο μόνιμος και σταθερός διαχωρισμός των πολιτών, αλλά και των πολιτικών, σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς), δεν αρκεί για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα της χώρας. Η πραγματικότητα είναι σήμερα πολύ πιο σύνθετη, πολύ πιο περίπλοκη, απ' ό,τι το απλουστευτικό και έως ένα βαθμό απολίτικο δίπολο υπονοεί. Ή, αν θέλετε, κι αν είχε έως κάποιο χρονικό σημείο την αξία του, έχει πλέον εξαντλήσει τα όριά του.
Και στο κάτω - κάτω, το δίπολο «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο», όσο πολιτικό βάρος κι αν του αποδίδεται από κάποιους, δεν μπορεί παρά να «υποκύπτει», να υπολείπεται, να υποχωρεί απέναντι σε άλλα κυρίαρχα δίπολα. Εκείνα που ορίζουν πάγιες και αδιαπραγμάτευτες διαχωριστικές γραμμές. Τη γραμμή ανάμεσα στη Δημοκρατία και τους αρνητές της. Ανάμεσα στον ρατσισμό και τον αντιρατσισμό. Ανάμεσα στον εθνικισμό και στον αντιεθνικισμό. Και, φυσικά, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά...
Διλήμματα αρχών και αξιών
Το σχήμα «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» δεν διαθέτει παρά τακτικών και βέβαια επικαιρικών διαστάσεων χαρακτηριστικά. Ενώ τα άλλα είναι αντιπαραθετικά σχήματα αρχών και αξιών. Και μ' αυτή την έννοια δεν απαλλοτριώνονται επ' ουδενί. Ορίζοντας την αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα στην Αριστερά και στις απόψεις τύπου Καρυπίδη, Τράγκα ή και Καμμένου, γιατί όχι. Απόσταση, της οποίας το ειδικό πολιτικό βάρος είναι πολύ μεγαλύτερο προκειμένου για κόμμα το οποίο χτυπά την πόρτα της εξουσίας. Καθώς, θα μπορούσε να πει κανείς πως αποτελεί «δοκιμαστικό πεδίο» για την επιμονή με την οποία το συγκεκριμένο κόμμα θα υπερασπιστεί μεθαύριο τις «κόκκινες γραμμές» των επιλογών του. Πρόκειται, μ' άλλα λόγια, για δείγμα γραφής ως προς την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Για τις αρχές, στη βάση των οποίων πρόκειται να διαχειριστεί τις τύχες του λαού και του τόπου.
Όσο για την τυχόν αμφισβήτηση του ισχυρισμού πως το δίπολο «Μνημόνιο - αντιμνημόνιο» έχει πλέον εξαντλήσει τα όριά του ή ότι δεν αρκεί για να ερμηνεύσει τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Αρκεί να θυμηθούμε ότι τότε, το 2010 ή και το 2011, πολλοί, πάρα πολλοί Έλληνες (καθώς και πολλοί, πάρα πολλοί πολιτικοί) πίστεψαν πως δεν υπήρχε άλλη από τη μνημονιακή λύση. Ε, λοιπόν, κάποιοι απ' αυτούς στη συνέχεια, και μάλιστα σύντομα, είδαν τη φαιά πραγματικότητα, αναγνώρισαν έμπρακτα την πλάνη τους και εντάχθηκαν σε λογική προοδευτικής στρατηγικής. Πώς θα μπορούσαν άραγε όλοι αυτοί να αποκλειστούν από τις γραμμές του αγώνα για την ανατροπή; Αν ήταν έτσι, ο κεντρικός πόλος του εγχειρήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ, θα περιοριζόταν σ' ένα περίκλειστο, φοβικό, δήθεν «καθαρό» σχήμα, χωρίς καμιά ελπίδα διαμόρφωσης πλειοψηφικού ρεύματος εξουσίας...
...Και, επί τέλους, το διαρκές ανάθεμα απέναντι στο «προπατορικό αμάρτημα» και τους φορείς του δεν εντάσσεται, δεν μπορεί να εντάσσεται, στις πολιτικές πρακτικές της Αριστεράς.

http://www.avgi.gr/article/1874350/to-sxima-%C2%ABmnimonio-antimnimonio%C2%BB-exei-exantlisei-ta-oria-tou

Read more »

Το μέλλον ανήκει σ' αυτούς που το προετοιμάζουν

Ο Λένιν θεωρούσε τον Στάλιν αγενή και χωρίς διοικητικές ικανότητες, αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Γεωργιανό να πατήσει πάνω στην αντίληψη για το "σιδηρούν κόμμα" που κυριάρχησε εκείνη την εποχή και με τη λεγόμενη "εγγραφή Λένιν" να βάλει χιλιάδες νέα μέλη, σχεδόν 300.000, και να πάρει στα χέρια του το κόμμα. Η εξέλιξη είναι γνωστή στους Σοβιετικούς και στους αριστερούς πολίτες σε όλο τον κόσμο: η επανάσταση κατέληξε σε... νομενκλατούρα. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το συμπέρασμα: το μέλλον ανήκει σ' αυτούς που το προετοιμάζουν.
Κι αν η σταλινική περίοδος κατέληξε να είναι εφιαλτική για την ιστορική Αριστερά, με εξαίρεση ίσως τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, η προετοιμασία της επικράτησής του έχει τη σημασία της. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι ότι δυσκολεύεται να εκπέμψει έναν πολιτικό λόγο που να απαντά πειστικά στα προβλήματα της συγκυρίας, δίνοντας ταυτόχρονα προοπτική για το μέλλον.
Το πρόβλημα αυτό είναι κατά ένα μέρος λογικό επακόλουθο των κατακλυσμιαίων εξελίξεων, αλλά και της χρόνιας ανεπάρκειας της ιστορικής Αριστεράς. Τα πράγματα δεν αλλάζουν σε μια μέρα ούτε οι σύγχρονες ριζοσπαστικές λύσεις βρίσκονται στα "ιερά κείμενα". Οι ιστορικές στιγμές, όμως, χρειάζονται και ιστορικές αποφάσεις. Χρειάζονται υπερβάσεις που δεν είχαμε καν φανταστεί, χωρίς ταυτοχρόνως να χάνεται η ψυχή της ιστορικής Αριστεράς, δηλαδή οι αξίες και τα προτάγματα που μας κληροδότησε η επαναστατική παράδοση στην Ευρώπη: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη ή αλληλεγγύη, όπως θα λέγαμε σήμερα. Πολλές φορές τα όρια της κομματικής γραφειοκρατίας, οι δεσμεύσεις των εσωτερικών συσχετισμών, αλλά και τα αναπόφευκτα λάθη στη καθημερινή διαχείριση της πολιτικής δεν επιτρέπουν στον ΣΥΡΙΖΑ συνολικά να διευρύνει την κοινωνική του δυναμική.
Δείτε, για παράδειγμα, τι έγινε όταν κεντρικά στελέχη του οικονομικού επιτελείου διατύπωσαν την άποψη της δημοσιονομικής εξισορρόπησης. Αν και η θέση αυτή είναι ήδη στις προγραμματικές θέσεις του συνεδρίου, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που την ανέφεραν κατηγορήθηκαν ότι εξέφρασαν προσωπικές απόψεις, ότι "στρογγυλεύουν τις αποφάσεις" ή, ακόμη χειρότερα, ότι προετοιμάζουν "συστημική οπισθοχώρηση".
Και όλα αυτά επειδή ορισμένοι μπερδεύουν τη δημοσιονομική εξισορρόπηση στο σύνολο του οικονομικού κύκλου με τους ετήσιους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Όταν έχεις ύφεση δεν κόβεις αναπτυξιακές δαπάνες, κόβεις -αν χρειαστεί- σε περιόδους ανάπτυξης, σε αυτό συμφωνούν όλοι. Το ερώτημα, όμως, είναι τι κάνεις αν ο άλλος σου κόψει τη ρευστότητα την ώρα της αντιπαράθεσης για το χρέος και το Μνημόνιο. Η απάντηση πιθανότατα θα ήταν: ζεις με αυτά που έχεις και αναζητάς εναλλακτικές, ίσως και ανορθόδοξες πηγές χρηματοδότησης. Η άλλη απάντηση: καταφεύγεις στη "θαλπωρή" του εθνικού νομίσματος και κόβεις χρήμα. Όμως αυτή η άποψη δεν είναι απόφαση του συνεδρίου.
Σύγχυση εκπέμπει ο ΣΥΡΙΖΑ και στο θέμα της αμφίπλευρης διεύρυνσης προς δυνάμεις της ιστορικής Αριστεράς, από τη μια, και προς τους αριστερούς σοσιαλιστές, την πολιτική οικολογία, τα κοινωνικά κινήματα, από την άλλη. Η διεύρυνση αυτή είναι αναγκαία αν θέλει να διαδραματίσει ιστορικό ρόλο και να συγκροτήσει νέο συνασπισμό εξουσίας κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Για να μη βρεθεί αντιμέτωπος με τη χλεύη της Ιστορίας, η διαδικασία αυτή πρέπει να είναι μέρος ενός ηγεμονικού σχεδίου για την ανασυγκρότηση της χώρας και να είναι σύμφωνη με τον αξιακό κώδικα της Αριστεράς. Αυτό είναι απολύτως αναγκαίο προκειμένου να αποτραπούν φαινόμενα "πασοκοποίησης", δηλαδή φαινόμενα εκφυλισμού, αναπαραγωγής πελατειακών σχέσεων, διαφθοράς και διαπλοκής. Ούτε αριστερόμετρο χρειάζεται ούτε σχέσεις με κάθε καρυδιάς καρύδι. Το μέλλον ανήκει σ' αυτούς που το προετοιμάζουν...

http://www.avgi.gr/article/1881986/to-mellon-anikei-s-autous-pou-to-proetoimazoun

Read more »

15.2.14

Ιός, Το μπαλ μασκέ του ναζισμού

Με έναν πολύ χοντροκομμένο χειρισμό επιχειρεί η ναζιστική οργάνωση να αντιμετωπίσει τις κυρώσεις του νόμου. Προσπαθεί να μας πείσει ότι, αν αλλάξει το όνομά της, θα απαλλαγεί από όσα βαρύνουν την ίδια και τα στελέχη της.

Αύριο ανοίγει τυπικά το Τριώδιο. Για τη Χρυσή Αυγή, βέβαια, η περίοδος της Αποκριάς έχει ξεκινήσει από την περασμένη βδομάδα, με την κατάθεση στον Αρειο Πάγο του καταστατικού της Εθνικής Αυγής, ενός δήθεν νέου κόμματος, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η Χρυσή Αυγή με άλλο όνομα. Η ίδρυση του νέου κόμματος ανακοινώθηκε πανηγυρικά το περασμένο Σάββατο, κατά τη διάρκεια της ετήσιας συγκέντρωσης της οργάνωσης. Μάλιστα τη σχετική δήλωση έκανε ο ίδιος ο Κασιδιάρης, λέγοντας ότι «οι Ελληνες πατριώτες, οι Ελληνες εθνικιστές θα έχουν τη δυνατότητα να εκφραστούν στις εκλογές, διότι όπως ενημερώθηκα Ελληνες πατριώτες, Ελληνες εθνικιστές τους οποίους δεν έχουν μπλέξει σε εγκληματικές οργανώσεις, έχουν λευκά ποινικά μητρώα, ίδρυσαν το πατριωτικό κόμμα Εθνική Αυγή». Και είχαμε έτσι την παγκόσμια πρωτοτυπία να προβάλλεται η δημιουργία ενός κόμματος από τον εκπρόσωπο ενός άλλου.

Για το είδος αυτής της πρωτοβουλίας, η ίδια η Χρυσή Αυγή δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Οπως αναφέρει στην ιστοσελίδα της, πρόκειται για μια «ντρίμπλα στο πολιτικό κατεστημένο». Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι η ηγεσία της Χρυσής Αυγής εκτός Κορυδαλλού όχι μόνο δεν κάνει καμιά προσπάθεια να εμφανίσει το νέο μόρφωμα ως κάτι το διαφορετικό, αλλά αντίθετα τονίζει προκλητικά την ταύτιση των δύο «Αυγών». Και έμμεσα ομολογεί ότι ο μοναδικός λόγος που προχώρησε σ’ αυτή την κίνηση δεν είναι άλλος από την ενίσχυση των υπερασπιστικών της ισχυρισμών ως προς τις διώξεις που έχουν ασκηθεί εις βάρος στελεχών της για την ίδρυση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Ομολογία ενοχής
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η δήλωση που κατατέθηκε στον Αρειο Πάγο για την κατοχύρωση της Εθνικής Αυγής. Οι υπεύθυνοι της οργάνωσης δεν αρκέστηκαν στο νέο όνομα και το νέο σήμα, αλλά φρόντισαν να συνοδεύουν τη δήλωσή τους με ένα νέο καταστατικό, το οποίο συνυπογράφουν και 206 «ιδρυτικά μέλη».

Αυτά όλα δεν απαιτούνταν για τυπικούς λόγους. Ελάχιστα κόμματα έχουν καταθέσει στον Αρειο Πάγο κάτι περισσότερο από μια τυπική ολιγόλογη δήλωση και ένα όνομα ως υπεύθυνο-αρχηγό. Τα χρειαζόταν, όμως, η οργάνωση για να ετοιμάσει την υπερασπιστική της γραμμή.

Οπως έχει ήδη εντοπιστεί από τον Τύπο, το καταστατικό της Εθνικής Αυγής είναι πανομοιότυπο με εκείνο που παρουσίασε το καλοκαίρι του 2012 ως δικό της η Χρυσή Αυγή. Αυτούσια άρθρα, με την ίδια αρίθμηση και τις ίδιες διατυπώσεις, έχουν μεταφερθεί από το ένα στο άλλο. Υπάρχουν όμως ορισμένες κραυγαλέες διαφορές, οι οποίες συμπίπτουν απολύτως με τα σημεία εκείνα τα οποία συνδέονται με σημεία της δράσης της οργάνωσης που βρίσκονται υπό δικαστική διερεύνηση.

Θυμίζουμε εδώ ότι το πραγματικό ιδρυτικό καταστατικό της Χρυσής Αυγής, από τη δεκαετία του 1980, το οποίο έχει αποκαλύψει η «Εφ.Συν.», περιέγραφε πολύ αναλυτικά τη ναζιστική ιδεολογία και τη διφυή υπόσταση της οργάνωσης (πολιτικό-στρατιωτικό σκέλος), καθώς και την παντοδυναμία του Αρχηγού-Φίρερ.

Αλλά όπως αποδείχτηκε, ακόμα και αυτό το καταστατικό του 2012, το οποίο εμφανώς είχε συνταχθεί ειδικά ως βιτρίνα για τον Αρειο Πάγο, δεν ήταν απαλλαγμένο από κάποιες αναφορές, τις οποίες σήμερα οι δικηγόροι της οργάνωσης επέλεξαν να απαλείψουν.

Αν συγκρίνει κανείς το καταστατικό της Χρυσής Αυγής του 2012 και εκείνο της Εθνικής Αυγής του 2014, θα διαπιστώσει ορισμένες ελάχιστες αλλά σκόπιμες τροποποιήσεις:

- Την αντικατάσταση της ονομασίας «γενικός γραμματέας» για τον Αρχηγό με την ονομασία «πρόεδρος», η οποία προφανώς θεωρήθηκε πιο καθώς πρέπει.
- Την προσθήκη της «κοινοβουλευτικής ομάδας» ως οργάνου του κόμματος, κάτι που δεν υπήρχε στο υπόδειγμα του 2012, με εμφανή στόχο να ενισχυθεί η «κοινοβουλευτική» διάσταση της οργάνωσης.
- Την απάλειψη από τους λόγους διαγραφής κάποιου μέλους των συμπεριφορών «που εκθέτουν το κόμμα». Προφανώς θεωρήθηκε άκαιρη η διατύπωση σε μια περίοδο δικαστικής διερεύνησης της εγκληματικής δραστηριότητας των μελών.
- Τη μείωση των συνέδρων από 300 σε 200, καθώς και τη μείωση του αριθμού των μελών διαφόρων οργάνων του κόμματος. Εδώ φαίνεται ότι προεξοφλείται η αριθμητική συρρίκνωση της οργάνωσης.
- Λείπουν και οι λεπτομέρειες για τον τρόπο εκλογής συνέδρων, αλλά έχουν διαγραφεί και οι ειδικές προθεσμίες που αφορούν το συνέδριο και αποτελούν «παράπτωμα», προφανώς επειδή δεν προβλέπεται να τηρούνται από δω και στο εξής.
- Εκεί που συμφωνούν τα δύο καταστατικά (όπως και το γνήσιο καταστατικό της δεκαετίας του ’80), είναι ότι «ανώτατο όργανο» του κόμματος είναι ο Αρχηγός, είτε αυτός ονομάζεται γενικός γραμματέας (Χρυσή Αυγή, 2012) είτε πρόεδρος (Εθνική Αυγή, 2014). Το σχετικό άρθρο (17) έρχεται φυσικά σε ευθεία αντίθεση με προηγούμενο άρθρο (10), με το οποίο ο Αρχηγός τοποθετείται ιεραρχικά σε κατώτερη θέση από το Συνέδριο. Μάλιστα στο σημερινό καταστατικό έχει εξαλειφθεί η διάταξη, σύμφωνα με την οποία η δικαιοδοσία του Αρχηγού περιορίζεται μεταξύ των δύο συνεδρίων.
- Σημαντικό είναι ότι έχει απαλειφθεί η ονομασία «πυρήνες» για τις τοπικές οργανώσεις (άρθρο 26), κάτι που συνδέεται ευθέως με τις διώξεις εις βάρος πυρηναρχών της οργάνωσης.
- Εχει επίσης απαλειφθεί το άρθρο που πρόβλεπε τη συγκρότηση και τη χρηματοδότηση αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών για τη διενέργεια «φιλανθρωπικών» δραστηριοτήτων «μόνο για Ελληνες».
- Στην αρχή του καταστατικού έχει επίσης αφαιρεθεί η αναφορά στο Μνημόνιο (κάτι που υπονόμευε το καταστατικό του 2012, εφόσον αποδείκνυε ότι ήταν πρόσφατο δημιούργημα για να κρύψει κάτι άλλο), αλλά και στα «εκατομμύρια λαθρομετανάστες», έτσι ώστε να μη θυμίζει την αντιμεταναστευτική ρατσιστική ρητορεία της «μητρικής» οργάνωσης.

Συνέχεις >>>>> στην Εφημερίδα των Συντακτών





Read more »

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης, Περιμένοντας τις… εκλογές!

Σπάνια οι εκλογές στη χώρα μας στρέφουν το ενδιαφέρον στο πραγματικό τους περιεχόμενο. Αυτό που κεντρίζει το θυμικό μας είναι η μονομαχία, η διαδικασία ανάδειξης του νικητή, ο γύρος του θριάμβου, η ταπείνωση του αντιπάλου, η αίσθηση τού να πάρουμε το αίμα μας πίσω. Από το πολιτικό σκηνικό μονίμως απουσιάζει η… πολιτική! Στη θέση της, κυρίαρχη παραμένει η παθολογικά ελκυστική υπόσχεση της εξουσίας. Τα δε ψεύδη που διατυπώνονται προς χάριν της είναι τερατώδη και απολύτως πιστευτά.
Όλα γίνονται για τον λαό και για το δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, παρότι τόσο ο λαός όσο και το… δημόσιο συμφέρον γνωρίζουν το μέγεθος του ψεύδους, εν τούτοις πείθονται στις εξαγγελίες! «Αυτοί τη φορά οι μνηστήρες της εξουσίας ίσως να είναι καλύτεροι», ελπίζουν – δίχως να το πιστεύουν. Με αυτόν τον ιδιότυπο παραλογισμό συρρέουν οι ψηφοφόροι στα εκλογικά κέντρα προκειμένου να ασκήσουν το ιερό τους δικαίωμα της ψήφου. Γνωρίζουν ότι οι πολιτικοί ψεύδονται κραυγαλέα, το ομολογούν και τελικά το αποδέχονται σαν αυτό να αποτελεί μιαν επιταγή της μοίρας τους. Την επομένη διαψεύδονται τα μεγάλα λόγια, μικραίνουν οι βεβαιότητες και οι απολυτότητες γίνονται «ναι μεν, αλλά…» και άλλα μισόλογα. Οι διαπρύσιες διακηρύξεις κονταίνουν απελπιστικά και όλοι μοιάζουν τόσο ομοιόμορφοι μέσα στο κοστούμι της εξουσίας, τόσο απρόσωποι, τόσο ανύπαρκτοι για τους άλλους. Σε λίγους μήνες θα κληθούμε ενώπιον της συνείδησής μας και των καλπών να αποφασίσουμε για τις τύχες μας. Αυτή τη φορά ωστόσο τα πράγματα θα έχουν άλλη βαρύτητα, καθότι η υπογραφή μας - ψήφος μας είναι απαλλαγμένη από παρεξηγήσεις και παρερμηνείες. Η κρίση, αν μη τι άλλο, μας τοποθέτησε προ των ευθυνών μας, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή τη φορά τα δικαιώματά μας θα τα αναζητήσουμε αναλαμβάνοντας και τις ευθύνες που μας αναλογούν. Οι εκλογές στις δημοκρατίες είναι ευκαιρία – και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες πρέπει να γίνουν μια κερδισμένη ευκαιρία, να δοθούν απαντήσεις, κατευθύνσεις υπό το καθεστώς της απαραίτητης ψυχραιμίας και όχι υπό το κράτος της εκδικητικότητας, του θυμού, της τυφλής τιμωρίας. Οι εκλογές αυτές, είτε αυτοδιοικητικές είτε ευρωπαϊκές είτε ενδεχομένως εθνικές, πρέπει να προσβλέπουν σε λύσεις και όχι σε πανηγυρισμούς.

Πηγή: http://www.topontiki.gr/article/66842/Perimenontas-tis-ekloges

Read more »

Νίκος Δήμου, Αναρχίας εγκώμιον

«Αναρχισμός: (από το αρχαίο Ελληνικό Αν- και -Αρχή: εναντίον της εξουσίας) το όνομα αρχής ή θεωρίας ζωής και συμπεριφοράς, σύμφωνα με την οποία η κοινωνία νοείται χωρίς κυβέρνηση – η αρμονία σε μία τέτοια κοινωνία επιτυγχάνεται όχι με την υποταγή στο νόμο ή την υπακοή σε οποιαδήποτε εξουσία, αλλά με ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στις διάφορες ομάδες, τοπικές και επαγγελματικές, που έχουν συσταθεί ελεύθερα για την παραγωγή και την κατανάλωση, όπως και για την ικανοποίηση των άπειρων αναγκών και επιθυμιών ενός πολιτισμένου όντος».

Είχα μεταφράσει παλιά αυτόν τον ορισμό του αναρχισμού γραμμένο από τον σοφό Πιοτρ Κροπότκιν (εικόνα) στην Encyclopedia Britannica (11η έκδοση). Τον θυμήθηκα πάλι, γιατί διαπίστωσα πως η παρεξήγηση και η προκατάληψη γύρω από τους αναρχικούς και η ταύτισή τους με εγκληματικά στοιχεία συνεχίζεται.

Πίστευα και πιστεύω πως η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να τείνει και να εξελίσσεται προς μία ιδανική ελευθεριακή κατάσταση. Εννοώ την μείωση κάθε εξουσίας, βίας και αυθαιρεσίας. Άλλωστε αυτή η εξέλιξη τεκμηριώνεται ιστορικά. Πριν χίλια χρόνια σε όλη την ανθρωπότητα υπήρχαν ελάχιστοι ελεύθεροι άνθρωποι –λιγότεροι κι από το ένα τοις χιλίοις του πληθυσμού. Πόσοι ήταν οι βασιλιάδες, άρχοντες και αυτοκράτορες, πάπες και αρχιεπίσκοποι, αρχιστράτηγοι και κατακτητές; Ε, αυτοί και μόνοι ήταν αυτεξούσιοι. Νόμοι δεν υπήρχαν – απλώς αποφάσεις των ισχυρών που άλλαζαν κατά βούληση. Όριο δεν γνώριζαν οι ελέω Θεού απόλυτοι μονάρχες. Για μία λέξη έχανες το κεφάλι σου. Ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε ίχνος. Δούλοι παντού, σκλάβοι, μουζίκοι και δουλοπάροικοι. Από την Magna Carta του 1215 ως τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (1776) και τη Γαλλική Επανάσταση (1789), ο δρόμος ήταν μακρύς. Η πορεία συνεχίζεται.

Η ανθρωπότητα βαδίζει από την απολυταρχία προς την ελευθερία – από την απόλυτη ισχύ στην συρρίκνωση και την κατάργησή της. Γι αυτό δεν πρέπει να αφορίζουμε τους αναρχικούς. Είναι οι προπομποί ενός ιδανικού μέλλοντος που μακάρι να έρθει, έστω κι αν δεν το δούμε εμείς. Ενός μέλλοντος που θα ελαχιστοποιήσει την βία και την αυθαιρεσία και θα μεγιστοποιήσει την ελευθερία. Μοιάζει ουτοπικό, αλλά δεν είναι ανέφικτο.

Φυσικά, όταν μιλάω για αναρχικούς, δεν εννοώ βομβιστές, μπαχαλάκηδες και τρομοκράτες. Ο πραγματικός αναρχικός είναι το αντίθετο του τρομοκράτη. Μισεί κάθε εξουσία – και η βία είναι εξουσία.

Πριν από λίγες μέρες ένας αναρχικός καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκιση. Οι ενδείξεις για την ενοχή του ήταν ελάχιστες – και πολλοί υποψιάστηκαν ότι στην καταδίκη του έπαιξε ρόλο η κλασική προκατάληψη για τους αναρχικούς.

πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.society&id=31622

Read more »

13.2.14

Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας, από τον Θανάση Γιαλκέτση

Ο Αγγλος κοινωνιολόγος Κόλιν Κράουτς, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ, είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από το σημαντικό έργο του «Μεταδημοκρατία» (Εκκρεμές, 2006). Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Making capitalism fit for society» (Polity Press, 2013), ο Κράουτς υπογραμμίζει την ανάγκη η σοσιαλδημοκρατία να γίνει πιο τολμηρή, να βγει από την αμυντική θέση στην οποία καθηλώθηκε τα τελευταία χρόνια, επειδή το καθήκον της να εκπροσωπεί όσους στο καπιταλιστικό σύστημα έχουν λιγότερη ισχύ είναι ένα «καθήκον διαρκές, που σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρο από κάθε άλλη φορά». Η ακόλουθη συνέντευξη του Κόλιν Κράουτς δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα «L’Unità».

•Καθηγητή Κράουτς, ας ξεκινήσουμε από τα πιο δύσκολα: ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά του νέου σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος;

- Τρεις είναι οι δρόμοι που πρέπει να ακολουθήσουμε. Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τόσο τα πλεονεκτήματα της αγοράς όσο και τα όριά της. Το να αποδεχτούμε ανοιχτά τα πλεονεκτήματα καθιστά πιο πειστική την επιμονή μας να τονίζουμε τα σοβαρά προβλήματα που προκαλεί. Ο ορισμός αυτών των προβλημάτων είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό. Η εισβολή της αγοράς σε κάθε πεδίο της ζωής μας προκαλεί θύματα, βλάπτει συμφέροντα, που δεν μπορούν ούτε να προστατευτούν ούτε να αποζημιωθούν από την ίδια την αγορά. Γι’ αυτό χρειάζονται παρεμβάσεις τόσο του κράτους όσο και άλλων υποκειμένων. Το ειδικό καθήκον της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας είναι να διακρίνει μεταξύ αυτών των συμφερόντων, εντοπίζοντας εκείνα που πρέπει να υποστηριχθούν και ενοποιώντας εκείνα που μπορούν να κάνουν την κοινωνία πιο δίκαιη (όπως τα προβλήματα του περιβάλλοντος και εκείνα της ανασφάλειας στην αγορά της εργασίας).

Τέλος, οφείλουμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα των νέων κοινωνικών στρωμάτων της μεταβιομηχανικής οικονομίας, που ακόμα δεν έχουν βρει μιαν αυτόνομη πολιτική έκφραση. Ο μπλερισμός του λεγόμενου «Τρίτου Δρόμου» είχε δίκιο να θεωρεί ότι η Κεντροαριστερά δεν μπορούσε να είναι πλέον έκφραση της βιομηχανικής εργατικής τάξης, αλλά είχε άδικο να λησμονεί τις ρίζες που είχε το Εργατικό Κόμμα σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, χαρακτηριστικό των οποίων είναι το ότι αποτελούνται κυρίως από γυναίκες. Αυτό σημαίνει ότι, έτσι όπως στη βιομηχανική κοινωνία τα συμφέροντα όλων ορίζονταν με βάση μιαν ανδρική οπτική γωνία, στο νέο πρόγραμμα της μεταβιομηχανικής σοσιαλδημοκρατίας αυτά τα συμφέροντα θα πρέπει να ορίζονται με βάση μια γυναικεία οπτική γωνία.

• Ενα από τα προβλήματα της σοσιαλδημοκρατίας παραμένει ωστόσο η δυσκολία να κατανοήσει ποιους εκπροσωπεί και πώς πρέπει να τους εκπροσωπεί. Για να αποφύγουν την περιθωριοποίηση ή την περαιτέρω βαθμιαία συρρίκνωση της κοινωνικής τους βάσης, εσείς υποδεικνύετε στα κόμματα της Αριστεράς και στα συνδικάτα μιαν ανανέωση στην οργανωτική μορφή (να γίνει λιγότερο συγκεντρωτική) και στην πολιτική ταυτότητα (να είναι λιγότερο μονολιθική και ορθόδοξη). Πώς μπορεί να ανανεωθεί η Αριστερά χωρίς να χάσει την ταυτότητά της;

- Πρόκειται για μια δύσκολη πρόκληση. Οι νέες γενεές δεν αποδέχονται πλέον τα παλαιά οργανωτικά μοντέλα (ένα πρόβλημα που αφορά και τις επιχειρήσεις). Αναζητούν και επινοούν νέα μοντέλα, λιγότερο τυπικά. Το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναπτύχθηκε στην περίοδο του καπιταλισμού και της πολιτικής των μεγάλων γραφειοκρατιών, αλλά μπροστά στις αλλαγές της κοινωνίας θα ήταν λάθος αν διατηρούσε εκείνα τα χαρακτηριστικά.

Εξάλλου, στις απαρχές του το εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε σε μια κοινωνία κυριαρχούμενη από ανταγωνιστικές προς αυτό δυνάμεις αριστοκρατικού, αστικού και εκκλησιαστικού χαρακτήρα. Και σε πολλές χώρες προσπάθησε να οικοδομήσει έναν δικό του ξεχωριστό κόσμο, μια διαφορετική κουλτούρα. Επρόκειτο για μιαν αμυντική απάντηση, για μιαν αντίδραση σε μιαν εχθρική κατάσταση. Σήμερα μια στρατηγική απομόνωσης θα ήταν σχεδόν αδύνατη, εκτός του ότι θα ήταν και ανώφελη. Οι ιδέες του κράτους πρόνοιας, των καθολικών δικαιωμάτων, ενός ορισμένου επιπέδου ισότητας των πολιτών, είναι πολύ διαδεδομένες στους θεσμούς, στα δικαστήρια, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Με μιαν ορισμένη έννοια, οι νεοφιλελεύθεροι είναι εκείνοι που πρέπει να αντιταχθούν σε αυτές τις κυρίαρχες ιδέες σήμερα. Είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να τη χάσουμε. Θα τη χάναμε αν το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα κλεινόταν στον εαυτό του.

• Στα βιβλία σας εσείς ο ίδιος αναγνωρίζετε το μεγάλο παράδοξο του καιρού μας: ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αιτία της κρίσης, της οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας πολλών εργαζομένων, αλλά παραμένει η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες αμύνονται. Γιατί;

- Το κύριο πρόβλημα είναι η εξουσία. Το τωρινό παγκόσμιο κεφάλαιο διαθέτει και μπορεί να ασκεί μια τρομερή ισχύ, τόσο οικονομική όσο και πολιτική. Πώς μπορεί να αμφισβητηθεί μια παρόμοια συγκέντρωση ισχύος από μια πολιτική δύναμη, η οποία εκπροσωπεί τους απλούς ανθρώπους, χωρίς να διαθέτει μεγάλους πόρους και χωρίς μια σαφή ιδέα της ιδιαίτερης πολιτικής ταυτότητάς της; Σε κάθε περίπτωση, και μολονότι είναι οικονομικά και πολιτικά ισχυρός, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι εξίσου ισχυρός από την άποψη της λαϊκής συναίνεσης. Τα λιγότερο ή περισσότερο «καθαρά» νεοφιλελεύθερα κόμματα είναι μειοψηφικά, όπως είναι στη Γερμανία οι Φιλελεύθεροι, οι οποίοι μετά τις τελευταίες εκλογές έχασαν τις έδρες τους στο γερμανικό κοινοβούλιο. Γι’ αυτό ο νεοφιλελευθερισμός χρειάζεται πάντοτε συμμαχίες τόσο με τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα όσο και με ιδιαίτερες δυνάμεις, όπως είναι το Tea Party στις Ηνωμένες Πολιτείες.

• Παρά τις ισχυρές κριτικές που διατυπώνετε εναντίον της πολιτικής της λιτότητας, εσείς συνεχίζετε να αποδίδετε στην Ευρωπαϊκή Ενωση «το κύριο καθήκον να θεμελιώσει εφαρμόσιμες εναλλακτικές λύσεις στο νεοφιλελευθερισμό μέσα σε ένα καπιταλιστικό πλαίσιο». Τι μπορούμε ρεαλιστικά να περιμένουμε από την Ευρωπαϊκή Ενωση; Και πώς απαντάτε σε όσους, και από την Αριστερά, αισθάνονται τον πειρασμό της επιστροφής στον οικονομικό εθνικισμό και στον προστατευτισμό ως απάντηση στην κρίση;

- Το να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που έχουν παγκόσμιο χαρακτήρα με μιαν επιστροφή στις εθνικές πολιτικές θα ήταν ένα δονκιχωτικό πρόγραμμα, εκτός του ότι θα ήταν και μια επιστροφή σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί να ανακτηθεί. Ενα από τα προβλήματα των ημερών μας είναι και το ότι έχουμε παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις και εθνικές δημοκρατίες. Πρόκειται για έναν αγώνα ατελέσφορο.

Σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο, τα μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη, ακόμα και η Γερμανία, είναι υποκείμενα πιο μικρά και πιο αδύναμα από τους μεγάλους πρωταγωνιστές του μέλλοντος: τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, τη Ρωσία, τις άλλες χώρες των Brics. Καμία από αυτές τις χώρες δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για κοινωνικές πολιτικές όπως οι ευρωπαϊκές, οι οποίες, μολονότι απειλούνται, συνεχίζουν να προσφέρουν αναπτυγμένα συστήματα κράτους πρόνοιας και συνδικάτα που πρωταγωνιστούν στη δημόσια ζωή. Χωρίς ισχυρούς και δημοκρατικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς όλα αυτά θα χαθούν. Γνωρίζω καλά ότι η τωρινή Ευρωπαϊκή Ενωση είναι εχθρική προς τις δικές μου πολιτικές και κοινωνικές αξίες, αλλά οφείλουμε να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε. Δεν βλέπω εναλλακτικές λύσεις.

Σίγουρα δεν είναι εναλλακτική λύση ούτε ο οικονομικός εθνικισμός ούτε ο προστατευτισμός, που παραμένει μια δεξιά, ή και φασιστική, πολιτική, η οποία προστατεύει μόνον τους μεγαλοεπιχειρηματίες. Αυτοί που την πληρώνουν είναι η πλειονότητα του λαού και οι μικρές επιχειρήσεις.

http://www.efsyn.gr/?p=173051

Read more »

5.2.14

Λευκάδιος Χερν: Ζώντας μπροστά από την εποχή του

Από τον ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΖΟΥΣΔΑΝΗ
Πώς μπορεί έναν άνθρωπο που γεννήθηκε σε ένα ελληνικό νησί το 1869 να τον γνωρίζουν οι πάντες στην Ιαπωνία σήμερα; Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία του Λευκάδιου Χερν, του οποίου η ζωή ήταν διεθνής,διαφυλετική και πολυπολιτισμική έναν αιώνα πριν γίνουν της μόδας οι έννοιες αυτές. Χωρίς να το ξέρει, ο Χερν είχε γίνει ο ίδιος ένα πρώτο μοντέλο ανθρώπου του εικοστού πρώτου αιώνα.

Γεννήθηκε στο ιόνιο νησί της Λευκάδας, μέρος τότε της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Και η οικογενειακή καταγωγή του δείχνει καθαρά αυτή τη μίξη των εθνικοτήτων από διαφορετικές αυτοκρατορίες. Γεννημένος από Eλληνίδα μητέρα, τη Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη, και από Iρλανδό προτεστάντη πατέρα, τον ταγματάρχη του βρετανικού στρατού Τσαρλς Μπους Χερν, προσπάθησε να γεφυρώσει τις ιδεολογικές αποστάσεις: μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αυτοκρατορίας και αποικίας, μαύρου και λευκού, δημοσιογραφίας και υψηλής διανόησης.

Αυτή η διπλή κληρονομιά ενστάλαξε επίσης στον Χερν μια έντονη λαχτάρα για τον νομαδισμό και την ταξιδιωτική γραφή, περισσότερα από εκατό χρόνια πριν ο Μπρους Τσάτουιν διερευνήσει τη σύνδεση μεταξύ τους. Δεν είναι ίσως τυχαίο, όπως σημειώνει ο βιογράφος τού Χερν, Τζόναθαν Κολτ, ότι η Λευκάδα βρίσκεται δίπλα στην Ιθάκη, τη γενέθλια γη του Οδυσσέα.

Αντίθετα με τον Οδυσσέα, ο Χερν περιπλανήθηκε σε όλη του τη ζωή και ακόμα μακρύτερα από αυτόν, αποζητώντας είτε μια καλύτερη τύχη στο Σινσινάτι, είτε το ζεστό κλίμα και τη μουσική της Νέας Ορλεάνης, είτε την ποικιλία των εθνικοτήτων της Καραϊβικής. Και ήταν η αναζήτηση του αλλοεθνούς Άλλου αυτή που εν τέλει τον έφερε στην Ιαπωνία, όπου και εγκαταστάθηκε σε μέση ηλικία, σε τέτοια γεωγραφική απόσταση από τη Λευκάδα και το Δουβλίνο και σε τέτοια πολιτισμική απόσταση από το Οχάιο και τη Λουιζιάνα. Λίγα άτομα έχουν προσπαθήσει να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα μεταξύ των τόπων και ακόμη λιγότερα μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν έρθει σε επαφή ή έχουν νιώσει την επιρροή από πέντε αυτοκρατορίες: την Οθωμανική, τη Βρετανική, τη Γαλλική, την Αμερικανική και την Ιαπωνική.

Η ζωή του, επομένως, δεν είναι μόνο μια εξερεύνηση της νομαδικής ζωής, αλλά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση του πώς οι μικτές ρίζες μπορούν να προδιαθέσουν κάποιον στο να είναι πιο δεκτικός στην εθνική, εθνοτική και φυλετική ανομοιομορφία.

Σε ηλικία δύο ετών, ο Λευκάδιος και η μητέρα του αναχώρησαν για το Δουβλίνο ενώ ο πατέρας του ήταν τοποθετημένος στις Δυτικές Ινδίες. Όμως η οικογένεια του πατέρα του δεν δέχθηκε ποτέ την Ελληνίδα σύζυγο και το κατά το ήμισυ ελληνικής καταγωγής παιδί. Τελικά ο Χερν ακύρωσε τον γάμο, αναγκάζοντας τη Ρόζα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Εγκαταλελειμμένος τόσο από τη μητέρα του όσο και από τον πατέρα του, ο Λευκάδιος ανατράφηκεαπό μια Ιρλανδή θεία.

Ως αποτέλεσμα αυτών των Ντικενσιανών καταστάσεων, οι οποίες περιλάμβαναν έναν σκληρό και ανήθικο νομικό σύμβουλο της θείας του, ο Λευκάδιος βρέθηκε αποστερημένος από πόρους και χωρίς καμία προοπτική για το μέλλον του στην Ιρλανδία. Έτσι, σε ηλικία δεκαεννέα ετών έφυγε μετανάστης για το Σινσινάτι, όπου μη έχοντας καθόλου λεφτά βρέθηκε να κοιμάται στους δρόμους. Μετά από πολλές προσπάθειες εξασφάλισε μια δουλειά ως δημοσιογράφος, και κατέληξε να δουλεύει για την Cincinnati Daily Enquirer όπου έγραφε για εγκλήματα αλλά και για τους αναξιοπαθούντες πολίτες της πόλης. Οι γλαφυρότατες περιγραφές του πουλούσαν φύλλα και αύξαναν τη δημοτικότητά του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε ο διασημότερος και πιο αμφιλεγόμενος δημοσιογράφος της πόλης.

Ίσως η πιο προκλητική όμως απόφασή του ήταν να παντρευτεί μια Αφροαμερικανίδα, την Αλήθεια Φόλεϋ, μια πράξη εκτός νόμου την εποχή εκείνη, εξαιτίας της οποίας έχασε τη δουλειά του στον Enquirer. Μη μπορώντας να αντέξει τις περιπλοκές που προκλήθηκαν από τον γάμο του, ούτε και την ψυχρή ατμόσφαιρα του Οχάιο, πήρε διαζύγιο και το 1877 μπήκε σε ένα ποταμόπλοιο για τη Νέα Ορλεάνη.

Στην πόλη αυτή μπορούσε να γράφει για τους κρεολούς. Μάλιστα τα γραπτά του, τα οποία κάλυπταν από το βουντού έως τη μαγειρική, την πολυτελή αστική ζωή και την πολύχρωμη, ζωηρή μουσική, στο Harper’s Magazine, το Century Magazine, το Pippincott’s Magazine και το Atlantic Monthly, έστρεψαν την προσοχή από όλη τη χώρα στη Νέα Ορλεάνη η οποία πλέον θεωρήθηκε ένα πολύ ξεχωριστό μέρος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια εποχή, ο Χερν συνέχισε να παράγει έργο στον χώρο της πολιτισμικής κριτικής και να μεταφράζει Γάλλους συγγραφείς όπως ο Θεόφιλος Γκωτιέ και ο Πιερ Λοτί. Συγκέντρωσε επίσης συνταγές της Νέας Ορλεάνης σε ένα βιβλίο που υπήρξε το δεύτερο στην ιστορία των βιβλίων μαγειρικής της πόλης αυτής.

Μετά από δέκα χρόνια στη Λουιζιάνα, ο Χερν μη μπορώντας να ησυχάσει από τη λαχτάρα του για τα καταγάλανα νερά του Ιονίου και τον χαλαρό τρόπο ζωής του νησιού, αποφάσισε να φύγει για την Καραϊβική. Ταξίδεψε στη Μαρτινίκα όπου έζησε για δύο χρόνια ως ανταποκριτής για το Harper’s. Εκεί μαγεύτηκε από τον πλούτο των φυλών που συναντούσε κανείς στο νησί, «όλη τηνγκάμα, από μαύρους ή σχεδόν μαύρους, έως κοκκινωπούς στο χρώμα του μπρούντζου, και χαλκοκάστανους και κίτρινους σαν φρούτο, έως το απαλό γκρι-μπεζ του νεκρού ελεφαντόδοντου,των sang-mêlés[1].

Μετά από δύο χρόνια σε αυτόν τον παράδεισο, ο Χερν επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και, μη μπορώντας να αντέξει την «εφιαλτική» πόλη, έστρεψε τη ματιά του προς την εντελώς απίθανη κατεύθυνση της Ιαπωνίας, όπου ανέλαβε μια αποστολή ως δημοσιογράφος. Έτσι, στις 8 Μαρτίου του 1890 έφυγε για το Μόντρεαλ απ’ όπου διέσχισε την ήπειρο με τρένο έως το Βανκούβερ και μετά, με το ατμόπλοιο «Αβησσυνία», έφυγε για Γιοκοχάμα.

Στην Ιαπωνία επαναπροσδιόρισε και πάλι τον εαυτό του. Όταν η εφημερίδα που του χρηματοδοτούσε την αποστολή απέσυρε την υποστήριξή της, αυτός παρέμεινε εκεί. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην πόλη Ματσούε, ως καθηγητής σε γυμνάσιο. Παντρεύτηκε μια ντόπια, την Σέτσου Κοϊζούμι, η οποία προερχόταν από μια φτωχική αλλά αριστοκρατική οικογένεια σαμουράι. Με την πάροδο του χρόνου πολιτογραφήθηκε Ιάπωνας και υιοθέτησε το όνομα Γιάκουμο Κοϊζούμι.

Το 1896, αφού εξασφάλισε μια θέση καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο, μετακόμισε στην πρωτεύουσα. Όμως συνέχισε να γράφει στα Αγγλικά για την Ιαπωνία, καθώς είχε πια αποκτήσει ένα διεθνές κοινό το οποίο περιλάμβανε πεφωτισμένες προσωπικότητες σαν τον Ούγκο φον Χόφμανσταλ και τον Στέφαν Τσβάιχ. Μάλιστα ο Τσβάιχ τον περιέγραψε ως κάποιον μοναδικό στον κόσμο της τέχνης, «ένα θαύμα μεταφύτευσης, μπολιάσματος: τα έργα ενός Δυτικού, γραμμένα όμως από έναν Ανατολικό». Ο Χερν πέθανε το 1904.

Στην Ιαπωνία, εξηγεί ο Κολτ, τιμάται σήμερα σαν υιοθετημένος γιος και εγκωμιάζεται η ευαισθησία με την οποία ερμήνευσε τον κόσμο της ιαπωνικής λογοτεχνίας, θρησκείας και κοινωνίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας άνδρας γεννημένος σε ένα μικροσκοπικό ελληνικό νησί μπόρεσε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να γράψει τόσο ιδιοφυώς για τα τόσο ασύνδετα μεταξύ τους μέρη στα οποία έζησε.

Σε αυτό τον βοήθησε ίσως η αναπηρία του – η κατά το ήμισυ τυφλότητά του. Ένα ατύχημα σε ηλικία δεκαέξι ετών είχε ως συνέπεια να χάσει την όραση του ενός ματιού του. Όμως αυτή η αναποδιά ίσως διεύρυνε την προοπτική του και την ικανότητα να δημιουργεί μέσω της ενσυναίσθησής του συνδέσεις ανάμεσα σε κοινωνίες που απείχαν τόσο πολύ μεταξύ τους. Ίσως μόνο κάποιος που ήταν κατά το ήμισυ κάτι –Έλληνας, Ιρλανδός, τυφλός, Αμερικανός, μέλος της κοινότητας τηςΚαραϊβικής και Ιάπωνας– θα μπορούσε να γίνει, όπως είπε ο Τέννυσον για τον Οδυσσέα, μέρος όλων όσων είχε γνωρίσει.

Σημείωση: Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Τζόναθαν Κολτ, Wandering Ghost. The Odyssey of Lafcadio Hearn, Knopf, Νέα Υόρκη 1991.

— Μετάφραση: Αναστασία Μωράκη


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΖΟΥΣΔΑΝΗΣ (GREGORYJUSDANIS). Καθηγητής Επιστημών του Ανθρώπου στο Ohio State University, συγγραφέας των έργων: The Poetics of Cavafy: Eroticism, Textuality, History (1987)· Belated Modernity and Aesthetic Culture: Inventing National Literature (1991)· The Necessary Nation (2001) και Fiction Agonistes: In Defense of Literature (2010).

The Athens Review of Books

Read more »

Το φως που… τυφλώνει, του Θανάση Γιαλκέτση

Ο Ζαν-Πολ Φιτουσί είναι καθηγητής οικονομικών στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Η απαγορευμένη συζήτηση» (Πόλις, 1997), «Για να μπορούμε να επιλέγουμε» (Πόλις, 2003) και «Η νέα πολιτική οικολογία» (Μεταίχμιο, 2011). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Ζαν-Πολ Φιτουσί «Le théorėme du lampadaire» (Les liens qui libėrent, 2013).

Ζούμε σε καιρούς παράλογους, στους οποίους η πιο μεγάλη αθλιότητα ζει πλάι στον πιο μεγάλο πλούτο και κάθε χώρα είναι ένα δείγμα στην κλίμακα του κόσμου, που διαιρείται σε διάφορα επίπεδα φτώχειας. Ενα μικρό ακόμα αλλά αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού των αναπτυγμένων χωρών βρίσκεται σε κίνδυνο. Δύσκολα βρίσκει πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και εξαρτάται από την ελεημοσύνη των άλλων για να τραφεί, να ντυθεί ή να κοιμηθεί. Ο αριθμός των φτωχών εργαζομένων συνεχίζει να μεγαλώνει. Αυτό σημαίνει ότι τα συστήματά μας δεν είναι πλέον σε θέση να εγγυηθούν την επιβίωση όλου του πληθυσμού; […]

Είναι εντελώς παράλογο αυτό που συμβαίνει στον κόσμο σήμερα: το επίπεδο της ανισότητας και εκείνο της ανεργίας, ο μεγάλος αριθμός των επαγγελματικών σταδιοδρομιών που διακόπτονται, ο απίστευτος αριθμός των προσώπων που δεν κατορθώνουν καν να ξεκινήσουν μια τέτοια σταδιοδρομία ή εκείνων που χάνουν την εργασία τους λίγα χρόνια πριν από τη συνταξιοδότηση, οι πελώριες περιουσίες που συσσωρεύουν άλλοι, η αδιαντροπιά ορισμένων αμοιβών, η γενικευμένη ανασφάλεια που βασιλεύει στις πλούσιες χώρες.

Εχουμε γίνει πιο εγωιστές ή έχουμε εξοικειωθεί με αυτήν την εξέλιξη του περιβάλλοντός μας, έχοντας χάσει την ελπίδα ότι μπορούμε να το αλλάξουμε; Υπάρχουν και τα δύο αυτά στοιχεία στο νέο κοινωνικό μας συμβόλαιο. Αν σήμερα, όμως, αποδεχόμαστε αυτό που χθες μας φαινόταν απαράδεκτο, το αποδεχόμαστε και επειδή μας επαναλαμβάνουν συνεχώς ότι δεν υπάρχει άλλος δυνατός δρόμος. Από πού προέρχεται αυτός ο παραλογισμός και γιατί τον αποδεχόμαστε; Ισως δεν θέλουμε να δούμε τίποτα από όσα συμβαίνουν μακριά από τα φώτα των τόπων εξουσίας.

Σχεδόν όλοι γνωρίζουν την ιστορία εκείνου που αναζητούσε τα κλειδιά του κάτω από ένα φανάρι, όχι επειδή τα είχε χάσει εκεί, αλλά επειδή ήταν το μοναδικό φωτισμένο σημείο του δρόμου. Συνήθως τα ανέκδοτα δεν γίνονται αμέσως κατανοητά παντού. Σπάνια το χιούμορ διασχίζει τα σύνορα και γενικά διατηρεί ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε εθνικό επίπεδο. Αλλά σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε και να σχετίζεται με ένα χαρακτηριστικό σύμφυτο με την ανθρώπινη φύση: το να προσπαθούμε να βλέπουμε καθαρά, είτε μιλάμε για την όραση είτε για τον στοχασμό. «Οσο περισσότερο προοδεύει η επιστήμη τόσο περισσότερο κατανοεί το γιατί δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα» έγραφε ο Κλοντ Λεβί-Στρος. Γιατί το ημίφως παραμένει θαμπό και το σκοτάδι είναι αδιαπέραστο. Εμείς είμαστε αυτοί που επιλέγουμε τι πρέπει να φωτίσουμε, τα φαινόμενα που θα αναλύσουμε, τα συστήματα μέτρησης που αρμόζει να χρησιμοποιήσουμε, τους στόχους που θα επιδιώξουμε. Αλλά αν εμφανιστούν νέα φαινόμενα ή αν επανεμφανιστούν άλλα που νομίζαμε ότι ανήκαν στο παρελθόν και τα συστήματά μας δεν είναι πλέον κατάλληλα για να τα σταθμίσουν, τότε χάνουμε κάθε δυνατότητα να βλέπουμε καθαρά. Και όταν δεν κατανοούμε πλέον τι συμβαίνει, τότε και οι αποφάσεις μας είναι κατά κανόνα εσφαλμένες. Αν οι στόχοι που η οικονομική πολιτική φέρνει κάτω από τα φωτεινά φανάρια δεν είναι αληθινά σημαντικοί για την κοινωνία, δεν θα έχουμε καμιά δυνατότητα να κατανοήσουμε γιατί το γεγονός ότι τους πετύχαμε δεν επιλύει με κανέναν τρόπο το αρχικό πρόβλημα. Αυτό που αποκαλώ θεώρημα του φαναριού εκφράζει ακριβώς αυτόν τον τύπο αδυναμίας. Το θεώρημα όμως προχωράει και λίγο παραπέρα: μπορούμε να επιλέξουμε τι θέλουμε να φωτίσουμε, εμείς αποφασίζουμε για τις θέσεις στις οποίες θα τοποθετηθούν τα φανάρια. Και αν οι επιλογές μας δεν είναι ορθές, οι αναζητήσεις μας θα είναι άκαρπες.

Στο πεδίο της πολιτικής δράσης αυτό μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, επειδή τα λάθη μπορεί να συσσωρεύονται: λάθη στον προσδιορισμό του στόχου, στην αποτίμησή του, στην επιλογή των εργαλείων που χρησιμοποιούνται σε συνάρτηση με τους επιδιωκόμενους στόχους, δηλαδή στη θεωρία που θα καθοδηγεί τη δράση.

Εδώ και καιρό, ακολουθώντας την κυρίαρχη σκέψη, οι δημόσιες εξουσίες έχουν στρέψει τα φωτεινά φανάρια στη σταθερότητα των τιμών ως στόχο της οικονομικής πολιτικής –σταθερότητα η οποία θα έπρεπε να καθιστά δυνατή και τη μέγιστη αύξηση του ΑΕΠ– και στη θεωρία των ανταγωνιστικών αγορών για να νομιμοποιούν τη δράση τους. Γνωρίζουμε τι συνέβη. Η σταθερότητα των τιμών αποκαλύφθηκε συμβατή με τη μέγιστη οικονομική και χρηματοπιστωτική αστάθεια. Η αύξηση του ΑΕΠ συνοδεύτηκε από μια βαθιά κοινωνική εξαθλίωση και η απορρύθμιση των αγορών εγκαινίασε την περίοδο της χειρότερης λειτουργίας τους από τον καιρό της κρίσης της δεκαετίας του 1930. Δεν άναψαν τα σωστά φανάρια και προσπάθησαν να δράσουν με βάση μια θεωρητική αναπαράσταση του κόσμου που δεν είχε και μεγάλη σχέση με την υπαρκτή πραγματικότητα, προσδιορίζοντας στόχους που δεν είχαν αποτιμηθεί σωστά (το ΑΕΠ, για παράδειγμα) και που δεν ήταν αληθινά σημαντικοί για τις κοινωνίες. Οπως το φως των νεκρών αστεριών φτάνει σε μας πολύ καιρό μετά το τέλος τους, έτσι κι εκείνο των θεωριών που έχουν επανειλημμένα διαψευστεί από τα γεγονότα συνεχίζει να διαδίδεται.[…]

Οι ευρωπαϊκές κρίσεις είναι μια αλληγορία των προβλημάτων που δυσκολευόμαστε να επιλύσουμε, όταν τοποθετούμε τα φανάρια σε εσφαλμένες θέσεις.

Μπορούμε να επιλύσουμε ένα πολιτικό πρόβλημα –συνταγματικού τύπου– με οικονομικά μέτρα; Ενα νόμισμα μπορεί να διατηρείται επί μακρόν χωρίς κυρίαρχη εξουσία; Η Ευρώπη είναι τέκνο της οικονομίας, αλλά είναι ορφανό της πολιτικής. Από ’δώ προκύπτει η αναστάτωσή της.

Πρέπει να επιδιώκουμε τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους σε βάρος της βιωσιμότητας της ανάπτυξης και ιδιαίτερα της ανάπτυξης του ανθρώπου; Μια νομισματική ένωση μπορεί να στηρίζει επί μακρόν στρατηγικές ανταγωνιστικής υποτίμησης; Μια αλληγορία, έλεγα, που φανερώνει όλες τις δράσεις που μπορούν να αναληφθούν, που έχουν αναληφθεί και που συνεχίζουν να αναλαμβάνονται υπό το φως ενός νεκρού αστεριού.

Ο John Quiggin μιλάει για «οικονομική θεωρία ζόμπι», για να περιγράψει αυτό το παράξενο σύνολο νεκρών ιδεών που πλανώνται ανάμεσά μας. Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο που μας εμποδίζει να απαλλαγούμε από αυτές και να τις εκθέσουμε στο μουσείο των επιστημών, κάτι ουσιωδώς πολιτικό που συνεχίζει να εμπνέει έμμεσα όλες τις συζητήσεις μας: η δυσπιστία απέναντι στη δημοκρατία, ο φόβος ότι η καθολική ψηφοφορία οδηγεί σε μιαν υπερβολικά μεγάλη ισότητα. Αν η κυρίαρχη σκέψη είναι πεισμένη ότι η αυτορρύθμιση των αγορών είναι πάντοτε ανώτερη από την κρατική ρύθμιση, είναι ακριβώς εξαιτίας αυτής της δυσπιστίας. Διαφορετικά πώς να εξηγήσουμε το γιατί συνεχίζουμε να εμπιστευόμαστε τις αρετές της αγοράς, ακόμα και όταν έχουμε πληροφορηθεί για τις αδυναμίες της;

Η οικονομική κρίση θα έπρεπε να μας έχει βοηθήσει να κατανοήσουμε σε ποιες συμφορές μπορούν να μας οδηγήσουν οι δυσλειτουργίες της. Δεν διδαχτήκαμε τίποτα και συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ότι το μοναδικό σημαντικό πράγμα είναι ο ανταγωνισμός και ότι οι ελεύθερες αγορές θα αναλάβουν να κάνουν τα υπόλοιπα;

Εφημερίδα των Συντακτών

Read more »

Aλλα λόγια, Του Γιώργου Σταματόπουλου

Πέρασαν οι παλιές δόξες του κράτους ως ενοποιητικού φορέα των πολιτών, ότι αυτό και μόνον αυτό είναι ικανό να επιλύει τις συγκρούσεις, ότι είναι ο εγγυητής της δημόσιας ευημερίας και της προόδου· ότι διασφαλίζει την αφθονία, προάγει την ισότητα, προασπίζει την ιδιοκτησία, κατανέμει δικαιοσύνη και άλλα πολλά που είχε επενδυθεί και «καμάρωνε» ότι τα έχει επιτύχει.

Ασφαλώς και έχει αποτύχει οικτρά και αυτό οφείλεται στην ίδια του τη δομή (έδαφος, βία) περισσότερο και όχι ότι κάποια στιγμή οι πολίτες ξυπνήσαμε και πήραμε χαμπάρι ότι είμαστε απλοί υπήκοοι. Ολα, πλέον, έχουν τιναχτεί τον αέρα και το κράτος δεν μπορεί να πείσει ότι είναι το κέντρο της πολιτικής ζωής. Αδυνατεί να προσφέρει πρόνοια, δικαιοσύνη, ελευθερία· αντ’ αυτών προβαίνει σε ολοκληρωτικούς περιορισμούς, σε φτηνή προπαγάνδα μέσω των υπηρετών που διαθέτει στα μέσα επικοινωνίας (ο θεός να την κάνει επικοινωνία) και, τέλος, σε ανηλεή επίθεση εναντίον των νέων φτωχών, που είναι, όμως, η πλειονότητα. Φαίνεται να πνέει τα λοίσθια μεν, οι υπηρέτες του όμως δεν παραδίδονται τόσο εύκολα· όλο και κάτι εφευρίσκουν, όλο και κάποιος «αφελής» εμφανίζεται σαν δεκανίκι. Οχι αφελής, αλλά επίδοξος κατακτητής του θρόνου του κράτους.

Ο λόγος για τον ΣΥΡΙΖΑ βεβαίως, που έχει παραμυθιάσει πολλούς ότι, μόλις έρθει στην εξουσία, το πολιτικό σύστημα θ’ αρχίσει να εξυγιαίνεται, λες κι είναι θέμα ηθικών προτύπων ή έντιμων κομμάτων το αν το σύστημα θα είναι καλό ή κακό· κοινωνικό πάντως δεν θα ‘ναι, ουδέποτε ήταν, μια και η κοινωνία απλώς επικροτούσε τη συγκρότηση κράτους-συστήματος χωρίς δυνατότητα της παραμικρής παρέμβασης. Ο ΣΥΡΙΖΑ διατείνεται κομπορρημονώντας ότι αντιπροσωπεύει το εν τρίτον του ελληνικού λαού. Ετσι είναι. Ομολογεί έτσι την πίστη του στον θεσμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που πολλοί μεν θεωρούν πως είναι ό,τι καλύτερο δυνατόν ώς τώρα, δεν παύει όμως να είναι αυτή που εκφυλίστηκε σε ολοκληρωτικά καθεστώτα σε όλες τις καθωσπρέπει δυτικές δημοκρατίες, χωρίς να λογαριάζουν το δίκαιο και την κοινωνία (Γκουαντάναμο, Ζώνες Αποκλεισμού, ωμή αστυνομική βία, στρατιωτικές διατάξεις και λοιπά).

Εντάξει, εδώ πάμε να σώσουμε το ελάχιστο, την αξιοπρέπεια, τον μισθό, το σπίτι, την τροφή. Καλώς. Να ξέρουμε όμως πού οδηγούν η αφέλεια και η πίστη σε κοινωνικό τάχα κράτος.

Να μην οδηγηθούμε σε βαθιά, χωρίς επιστροφή απογοήτευση τουλάχιστον και ας έχουμε κατά νου ότι κορύφωση της πολιτικής συνύπαρξης δεν είναι το κράτος και η θεσμική του βία και ότι είναι ενοποιό στοιχείο όχι της κοινωνίας, αλλά του καπιταλισμού. Καλώς. Αλλα λόγια· ν’ αγαπιόμαστε.

Εφημερίδα Συντακτών

Read more »

Παντελής Μπουκάλας, Η φύση αντέχεται. Οι άνθρωποι;

Και ο Εγκέλαδος συνεχίζει να πολεμάει την Κεφαλονιά, και η τρικυμισμένη θάλασσα δυσχεραίνει την παροχή βοήθειας, και το δριμύ κρύο βασανίζει τους σεισμόπληκτους. Ολα αυτά, ωστόσο, θα μπορούσαν να τα αντέξουν οι Κεφαλονίτες. Καταλαβαίνουν άλλωστε ότι αποτελούν εκδηλώσεις της φύσης, τις οποίες αδυνατεί να καταστείλει η ανθρώπινη δύναμη. Μόνο να μειώσει τις επιπτώσεις τους μπορεί, όταν δρα φρόνιμα, προληπτικά, σχεδιασμένα, δίχως «ελληνικές ιδιαιτερότητες».

Με τις αντιξοότητες της φύσης, λοιπόν, θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα οι κάτοικοι του νησιού. Επιστρατεύοντας την πείρα τους στους σεισμούς, που θα ’λεγε κανείς ότι περνάει γονιδιακά από γενιά σε γενιά, και βέβαια το χιούμορ τους. Ιδιαίτερα οι Ληξουριώτες, που, αυτοσαρκαζόμενοι, δεν έπαψαν να πιστεύουν πως είχε δίκιο ο συντοπίτης τους Ανδρέας Λασκαράτος όταν άρχιζε το χαριτωμένο ποίημά του «Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα» με τη διαβεβαίωση πως η γενέτειρά του τιμάται όλως ιδιαιτέρως από τις ουράνιες δυνάμεις, που μόνον αυτήν έχουν ονομαστί καταγεγραμμένη στα κοσμογονικά κιτάπια τους: «Οντις έπλασε ο Θειός την οικουμένη, / το Ληξούρι, και τόσους άλλους τόπους...».

Ηδη άλλωστε οι Κεφαλονίτες χρησιμοποιούν το χιούμορ τους, που κι αυτό φαίνεται πως είναι συστατικό του αίματός τους, για να πουν ό,τι σαρκαστικό έχουν να πουν για την πολιτεία, αλλά και για να προσφέρει παραμυθία ο ένας στον άλλον. Είναι φανερό πως η ήδη εκδηλωμένη αλληλεγγύη τους, που δεν δυσκολεύτηκε να υπερφαλαγγίσει μ’ ένα χαμόγελο την κληρονομημένη τοπικιστική αντιπαλότητα (συνήθεια όλης της Ελλάδας, που ως προς αυτό φαίνεται ότι παραμένει χωρισμένη σε πόλεις-κράτη), είναι αυτή που πρωτίστως τους στηρίζει.

Τη φύση την αντέχουν λοιπόν. Με τους ανθρώπους είναι τα προβλήματα. Και όχι μονάχα με όσους δεν θα αργήσουν να ξεφυτρώσουν για να κερδοσκοπήσουν πάνω στον πόνο των άλλων. Αλλά και με όσους συλλέκτες ψήφων «πολιτικοποιούν» τις πληγές που άνοιξε ο σεισμός, αυτοσυστηνόμενοι ως οι καταλληλότεροι θεραπευτές τους. Και βέβαια με τους σεισμολόγους, που, αφού συγκρατήθηκαν τις πρώτες ημέρες, αρκούμενοι σε διαξιφιστικά υπονοούμενα, ανεβάζουν τώρα τον τόνο της έριδας. Λειτουργούν έτσι, εκ των πραγμάτων, σαν σπορείς φόβου. Ο κόσμος τούς ακούει προσηλωμένος, αφού ο σεβασμός του επιστημονικού λόγου δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει. Οταν όμως βλέπει τους ειδικούς να φιλονικούν, παρότι δεν βρίσκονται σε συνέδριο, ή να αποφεύγουν τη ευθύτητα, αμηχανεί και συγχύζεται.

Στρέφεται τότε για να φωτιστεί στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κυρίως κανάλια και ραδιοσταθμούς. Και ανακαλύπτει (άλλη μία φορά) ότι εκεί οι εστίες πρόκλησης πανικού είναι πάμπολλες – και ασύδοτες. Το Διαδίκτυο μάλιστα, αντί να αποβεί μέσο ταχύτατης πληροφόρησης, χρησιμοποιείται δυστυχώς από ανωνυμογράφους ή ψευδωνυμογράφους σαν όργανο μαζικής τρομοκράτησης.

Εχουν κάτι ωραίες βλαστήμιες στην Κεφαλονιά, από τις οποίες δεν λείπει ούτε ο άγιός τους, ο Γεράσιμος. Τις ξέρουμε και από τον Καββαδία. Ας μην τους προκαλούμε λοιπόν. Γιατί δεν θα αργήσουν να τις εξαπολύσουν καταπάνω μας.

Καθημερινή

Read more »

Αύγουστος Κορτώ, Ο δικός μου αριστερός

Αριστερός για μένα θα πει αυτός που νιώθει το βάσανο του διπλανού του σαν δικό του βάσανο, κι αγωνίζεται για την εξάλειψή του ακόμα κι όταν η δική του ζωή δεν απαιτεί αγώνα.

Αριστερός για μένα θα πει ο πραγματικά ευαίσθητος, η κεραία μέσα στο χάος που πάλλεται κάθε φορά που την αγγίζει κάτι ανθρώπινο.

Αριστερός για μένα θα πει αυτός που πιστεύει στο τρίπτυχο ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα με την ίδια θέρμη όπως ο ευσεβής χριστιανός στον τριαδικό Θεό του – κι ωστόσο προσπαθεί να διαδώσει την πίστη του χωρίς να την επιβάλλει, διαφωτίζοντας αλλά ποτέ προσηλυτίζοντας.

Αριστερός για μένα θα πει αυτός που δεν αντιλαμβάνεται καμιάν ιδιοκτησία, καμία σχέση με τα άψυχα, ως ανώτερη από τη σχέση του με τα έμψυχα πλάσματα του κόσμου. Και, κατ’ επέκτασην, αυτός που δεν εκλαμβάνει κανένα ανθρώπινο ον ως κατώτερο, ασήμαντο ή αμελητέο.

Αριστερός για μένα θα πει αυτός που δεν κάνει τις προσωπικές θυσίες του φλάμπουρο έπαρσης κι επίδειξης, διότι έχει συναίσθηση των αναρίθμητων θυσιών, εφάμιλλων μα και βαρύτερων απ’ τις δικές του, που έγιναν και γίνονται και θα γίνονται από ανθρώπους που προτιμούν έναν δίκαιο θάνατο από μιαν άδικη ζωή.

Αριστερός για μένα θα πει αυτός που αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα της μόρφωσης και του πολιτισμού ως όπλα για την εξύψωση του ανθρώπου και την καλυτέρευση της μοίρας του – κι ως εκ τούτου, αυτός που δεν φοβάται το αλλιώτικο ή το ξένο, όταν ως στόχο έχει την εξίσωση και τον διαφωτισμό ατόμων και λαών.

Αριστερός για μένα θα πει αυτός που ποτέ δεν παραιτείται απ’ την ελπίδα, που ακόμα κι όταν του αφαιρεθούν όλα τα μέσα που χρειάζονται για τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης εξακολουθεί να μάχεται με τον λόγο του, τις ιδέες του, και τα όνειρά του.

Αριστερός για μένα θα πει να σέβεσαι το ανθρώπινο μεγαλείο του παρελθόντος χωρίς να καθηλώνεσαι σ’ αυτό, να ζεις ελεύθερος από ιερά φαντάσματα και τέρατα αποζητώντας στο παρόν και στο μέλλον συνεχιστές του έργου που άφησαν πίσω τους οι παλιοί αγωνιστές.

Αριστερός στα μάτια μου είναι αυτός που αποστρέφεται κάθε αυθαιρεσία και θηριωδία των ισχυρών επί των αδυνάτων, είτε πρόκειται για μεμονωμένα άτομα ή για ολόκληρα κράτη, και δεν ησυχάζει ούτε παύει να αγωνίζεται ακόμη κι αν γνωρίζει μετά βεβαιότητος ότι αυθαιρεσίες και θηριωδίες ανέκαθεν συνέβαιναν και πάντα θα συμβαίνουν – ο άνθρωπος που δεν κρύβεται πίσω από μιαν αποκαρδιωμένη και κυνική άποψη για τον κόσμο.

Αριστερός είναι για μένα αυτός που απορρίπτει τον ρόλο του δυνάστη, ακόμα κι όταν του προσφέρει τη δυνατότητα να εφαρμόσει την κοσμοθεωρία του στην πράξη – διότι ξέρει ότι η ελευθερία στα χέρια ενός τύραννου παύει να είναι ελευθερία.

Αριστερός για μένα είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να εμφυσήσει στις επόμενες γενιές τον σεβασμό, την αγάπη και την αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, χωρίς ωστόσο να προκαθορίζει ρόλους και πορείες – διότι ισότητα σημαίνει το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα επιλογής απόψεων που μπορεί να μη συνάδουν με τις δικές μας. Ο αριστερός νουθετεί αλλά ουδέποτε παγιδεύει, μεταλαμπαδεύει χωρίς ποτέ να φυλακίζει.

Τέλος, για μένα, αριστερός είναι αυτός που χρησιμοποιεί με φειδώ και σεβασμό την ιδιότητα του αριστερού, κατανοώντας πως δεν είναι τίτλος ευγενείας που ο καθείς μπορεί να αποδώσει στον εαυτό του σαν σε στέψη αυτόκλητου μονάρχη, αλλά στάση ζωής που κρίνεται εκ του αποτελέσματος, από την εντιμότητα, τη συνέπεια, και την ακεραιότητα των πεπραγμένων του.

Αυτόν τον αριστερό αγαπώ, κι αυτόν ονειρεύομαι να φτάσω έστω και στο ελάχιστο. Κι ακόμη κι αν ποτέ μου δεν τα καταφέρω, κρατώ μες στην καρδιά μου το όνειρο αυτό ως ιερό μου χρέος.

protagon

Read more »

4.2.14

Νίκος Δήμου, Η απορία του Καραγκιόζη

Μερικά γράμματα είναι καλύτερα από άρθρα. Παραθέτω και σχολιάζω δύο, πολύ συγγενικά. Το πρώτο από τον φοιτητή Μιχάλη Νταγγίνη:

«Σας στέλνω εκφράζοντας έναν αναπάντητο προβληματισμό μου: πώς γίνεται σε μια εποχή όπου συμβαίνουν ιστορικής σημασίας πολιτικές εξελίξεις, το πολιτικό σύστημα να παρέμεινε τόσο αμετάβλητο; Με εξαίρεση την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, που κατ' ουσίαν αποτελεί αναπλήρωση του κενού που άφησε η παρελθούσα κεντροαριστερά του ΠΑΣΟΚ (οργανικό στοιχείο της όποιας ήταν ο λαϊκισμός) και την άνοδο της ΧΑ, που προ κρίσης ήταν ενσωματωμένη στη ΝΔ, οι αλλαγές είναι ελάχιστες.

Όλο κάτι πάει να γίνει, μια πρωτοβουλία εδώ, μια εκεί, αλλά οι περισσότερες είναι θνησιγενείς. Βλέπω το πολιτικό σύστημα σαν μια μάντρα με μια μικρή πόρτα, μονίμως φυλαγμένη – κάθε είσοδος κι έξοδος είναι αυστηρά ρυθμισμένη κι ελεγμένη από τις υπάρχουσες κομματικές συνθέσεις (που η καθεμία αποτελεί ίδιου τύπου μάντρα).

Η κρίση του 1909-10 έφερε τον Βενιζέλο, διαλύοντας τα παλιά κόμματα (τα όποια μάλιστα συγκυβέρνησαν αποδυναμωμένα λίγα χρόνια πριν, όπως τώρα), αλλά και πάλι, υπό την απειλή πραξικοπήματος. Πώς θα μπορέσει να ανασυντεθεί δημοκρατικά το κομματικό σκηνικό και, κυρίως, αν όχι τώρα, πότε; Μήπως βλέπετε μια αισιόδοξη αλλαγή στον ορίζοντα την όποια εγώ αδυνατώ να δω;».

Δύο μέρες μετά ο φωτογράφος Μάριος Σουγλίδης μου έγραφε:.

«Βέβαια μερικές φορές σκέφτομαι, ότι, τελικά είμαστε μία ομάδα ορθολογιστών ανθρώπων που συμφωνούμε σε κάποια πράγματα, στον τρόπο που θα έπρεπε να λειτουργούν, στο τί πρέπει να αλλάξει, αλλά και πάλι, sowhat ? Εφόσον δεν υπάρχει ένας κοινός φορέας, και ένας νέος 'ηγέτης' να μετατρέψει την σκέψη σε πράξη, σε κίνημα, σε παρέμβαση προς την εξουσία, στο τέλος της μέρας παραμένουμε απλά μία ομάδα ανθρώπων που έχουμε κάποιες κοινές σκέψεις».

Δύο απελπισμένα γράμματα σε δύο μέρες. Θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα. Όλα μετά την εμφάνιση των 58,που δεν φαίνεται να συγκίνησε τους νεότερους. Η περίφημη Κεντροαριστερά έχει διασπασθεί σε 19 κόμματα-κινήματα με «πέντε αρχηγούς και 14 στρατηγούς» όπως έγραψε το «Έθνος». Μείναμε στην πόλωση.

Αλλά και ο λαός, που απαξιώνει όλους τους πολιτικούς του, που στις μετρήσεις αποθεώνει τον «Κανένα», είναι άραγε έτοιμος και ώριμος να δεχθεί κάποιον νέου τύπου πολιτικό, που να μη χαϊδεύει αυτιά; Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας μη λαϊκιστής. Έτσι και εμφανιστεί κάποιος και πει σκληρές αλήθειες, φοβάμαι πως ο λαός θα ξαναψηφίσει τους ίδιους λαϊκιστές Καραγκιόζηδες που τον βολεύουν.

Και η απορία: «Μπρε Χατζατζάρη, ούτε εγώ δεν θα ψήφιζα τόσους καραγκιόζηδες!»

protagon

Read more »

19.1.14

«Βουλεύου μεν βραδέως, επιτέλει δε ταχέως…»

Του Παντελή Μπουκάλα
Για την ετυμολογία της λέξης παροιμία, η οποία πρωτοαπαντά στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, δεν πρόκειται να υπάρξει γλωσσολογική συμφωνία. Αλλοι θα επιμένουν πως η λέξη παράγεται από το παρά + οίμος, όπου οίμος η οδός, και άλλοι θα υποστηρίζουν ότι το δεύτερο συνθετικό είναι η οίμη, η ωδή. Το νόημα της λέξης πάντως έμεινε ίδιο, πράγμα που δυστυχώς δεν συνέβη με όλες τις άλλες ούτε και με τα δομικά γνωρίσματα της γλώσσας. Γι’ αυτό και τα θρυλικά μας γονίδια, όσο κι αν προσπαθούν, αδυνατούν να λειτουργήσουν σαν αυτόματος μεταφραστής και να μας βγάλουν από τον μπελά των λεξικών, των συντακτικών, των γραμματικών, της μελέτης. Ο Θεός πάντως (το δωδεκάθεο έστω) να μας φυλάει από αρχαιοπωλικά «εκπαιδευτήρια» που ταλαιπωρούν τα νήπια αρχαιόπληκτων γονέων, οι οποίοι πίστεψαν το παραμύθι ότι αν τα βλαστάρια τους μάθουν νωρίς τα αρχαία, και μαγουλάδες δεν θα πάθουν, και από τη δυσλεξία θα γλιτώσουν, και ξεφτέρια θα γίνουν στα μαθηματικά, την πληροφορική και τη μουσική, και ποτέ δεν θα κλονιστούν ψυχικά.

Εν πάση περιπτώσει, όπως το κωδικοποίησε ο λεξικογράφος Ησύχιος τον 5ο αιώνα μ.Χ., οι παροιμίες είναι «παραινέσεις, παραμυθίαι, νουθεσίαι ηθών, έχουσαι και παθών επανόρθωσιν»· συνοπτικότερα, παροιμία είναι ο «βιωφελής λόγος». Παροιμίες δημιουργούν όλοι οι λαοί, οι οποίες δεν συμφωνούν πάντοτε, αφού κάθε κουλτούρα έχει τη σφραγίδα της. Ανακεφαλαιώνουν με λίγες λέξεις τις συλλογικές τους εμπειρίες, σύμφωνα πάντοτε με την αρχή ότι τα παθήματα πρέπει να γίνονται μαθήματα, και, συχνά με λόγο φιλοπαίγμονα, μεταδίδουν τη σοφία τους, τη βιοθεωρία τους. Καμιά φορά οι παροιμίες αντιφάσκουν, τουλάχιστον στην πρώτη ανάγνωση. Συνηθισμένο είναι ν’ ακούμε τους αυτοθαυμαζόμενους για τον αριστοκρατικό τους στοχασμό να μέμφονται ή να λοιδορούν τον λαό που και «όποιος βιάζεται σκοντάφτει» λέει αφοριστικά αλλά και «το γοργόν και χάριν έχει» διαπιστώνει. «Κοινοτάτη», γράφει στις «Παροιμίες» ο Νικόλαος Πολίτης για την παροιμία «το γοργόν και χάριν έχει», παραθέτει δε και μία συναφή εκ Κρήτης: «Οποιος γοργοφάει και γοργοπαντρευτεί, δεν το μεταγνώθει». Οσο για τη βία/βιάση/βιασύνη, δεκάδες οι παροιμίες, με κάθε τόπο να προσφέρει τη δική του παραλλαγή, έμμετρη ή πεζολογική. «Η σκύλα από τη βια της γεννάει τυφλά τα παιδιά της», λ.χ.· «όποιος βιάζεται, γεράζει γρήγορα»· «όποιος βιάζεται, γνώση χρειάζεται»· «όποιος βιάζεται, ξωμένει» (κι αυτή κρητική, με την εξής ερμηνεία: «Ο επισπεύδων τον δρόμον ίνα εγκαίρως φθάση εις το νυκτερινόν κατάλυμα, διανυκτερεύει εν υπαίθρω· η πολλή σπουδή επιβραδύνει μάλλον την συντέλεσιν του έργου»· «όσου βιάζιτι η γριά, τόσου κόβιτ’ η κλουστή» (όχι, ας μη βιαστούν οι Ρουμελιώτες να πουν, λόγω κωφώσεως γραμματικώς εννοουμένης, πως είναι δική τους· από τη Λέσβο είναι). Τέλος, μία με καταγωγή από τη Σίφνο, την Κρήτη και την Κάρπαθο: «Σαν έρθ’ η νύφη στο χωριό, μη βιαστείς να τηνε δεις». «Γνώμη ακραιφνώς ελληνική», λέει ο Πολίτης, «διότι είναι απαύγασμα παρατηρήσεως ελληνικών εθίμων. Η γαμήλιος πομπή θεωρείται εκ των μάλιστα περιέργων θεαμάτων, και διά τούτο πάντες σπεύδουσι να ίδωσιν αυτήν. Διδάσκει δ’ η παροιμία ότι ουδεμία χρεία να σπεύδωμεν όπως ίδωμεν κατά την πρώτην εμφάνισιν αυτών πράγματα, τα οποία δυνάμεθα και ύστερον εν ανέσει να εξετάσωμεν».

Κι αν δεν πρέπει να βιαζόμαστε να δούμε κάτι καινούργιο, πόσα χαλινάρια πρέπει να βάλουμε στον εαυτό μας ώστε να μην αγοράζουμε πριν εξετάσουμε (αλλά πώς θα πρόκοβε η μόδα)· να μην πιστεύουμε πριν ψηλαφήσουμε (αλλά τότε τι θα απογίνονταν τα διακινούμενα σενάρια επιτυχίας και ευτυχίας που εμπαίζουν τα ίδια μας τα βιώματα)· να μην παθιαζόμαστε πριν μετρήσουμε και ξαναμετρήσουμε (αλλά τότε πού θα κατέληγαν όσα κόμματα έχουν μάθει να δουλεύουν με φανατισμένους που τους αποζημιώνουν όταν έρχονται στην εξουσία)· να μην ταυτιζόμαστε πριν ελέγξουμε (αλλά τότε πόσο θα φύραιναν οι θρησκείες, οι αθλητικές ομάδες, οι σέχτες ή οι οι αγέλες χρυσαυγίτικου τύπου).

Οπότε; Οπότε μπορεί να έχει τη χάρη του το γοργό αλλά όχι παντού και όχι πάντοτε. Και, έστω από αντίδραση στην αγχωτική εποχή της υπερταχύτητας που ζούμε, του φαστ-φαστ-φαστ, ας ξανασκεφτούμε τον πολιτισμό της βραδύτητας, της δεύτερης ανάγνωσης, της δεύτερης σκέψης· ας συμμεριστούμε το αρχαίο γνωμικό «σπεύδε βραδέως», που μοιάζει να συναιρεί λογοπαικτικά τις «αντιφάσκουσες» νεοελληνικές παροιμίες. Κι ας μην ξέρουμε ποιος το είπε, μια και ούτε ο Διογένης Λαέρτιος στους Βίους των φιλοσόφων ούτε ο Ιωάννης Στοβαίος στο «Ανθολόγιον» πιστοποιούν την πατρότητά του. Μάλιστα ο Διογένης μάς προειδοποιεί πως υπάρχουν διαφωνίες για το ποιος είπε τι, και κάθε γνωμικό αποδίδεται πότε στον έναν και πότε στον άλλον («διαφωνούνται δε και αι αποφάσεις αυτών και άλλου άλλο φασίν είναι»). Και για μεν τον πατέρα του ορφανού γνωμικού δεν είμαστε σίγουροι (έχω δει να αποδίδεται στον Χ (ε)ίλωνα τον Λακεδαιμόνιο αλλά και στον Πυθαγόρα), γνωρίζουμε όμως δύο στενούς πνευματικούς συγγενείς του. Τον Ισοκράτη, ο οποίος στον «Προς Δημόνικον» λόγο ενθέτει την προτροπή «βουλεύου μεν βραδέως, επιτέλει δε ταχέως τα δόξαντα», και τον Αριστοτέλη, που λέει τα ίδια στα «Ηθικά Νικομάχεια», να σκέφτεσαι δηλαδή αργά, πολύ, εις βάθος, αλλά να κάνεις ταχύτατα πράξη όσα σκέφτηκες: «Φασίν πράττειν μεν δειν ταχύ τα βουλευθέντα, βουλεύεσθαι δε βραδέως». Οπότε ουδεμία αντίφαση ανάμεσα στο ταχύ και το βραδύ. Το καθένα στον καιρό του και για την αποστολή με την οποία συναρτάται.

Αλλά, για ν’ αλλάξουμε χρονικό και εθνικό πεδίο, στη δεύτερη ανάγνωση καμία αντίφαση δεν χαρακτηρίζει δύο εβραϊκές παροιμίες που τις βρήκα σε βιβλίο του Γεωργίου Κ. Ζωγραφάκη (ας είναι καλά τα παλαιοβιβλιοπωλεία). Τα στοιχεία του: «Παροιμίες των Εβραίων Σεφαραδί της Ελλάδος: Δοκίμιο συμβολής στη μελέτη της Λαδίνο (ισπανοεβραϊκής διαλέκτου των Εβραίων της Ελλάδος)», Θεσσαλονίκη, 1984. Η πρώτη παροιμία: «Αν μου αφαιρέσεις την ελπίδα, μου αφαιρείς τη ζωή». Και η δεύτερη: «Οποιος ζει μ’ ελπίδες, πεθαίνει στο τέλος απελπισμένος». Δηλαδή; Να ελπίζουμε ή να μην ελπίζουμε; Ισχύει ή όχι η μονολεκτική απάντηση, «ελπίς», που έδωσε ο Βίας ο Πριηνεύς όταν τον ρώτησαν «τι γλυκύ ανθρώποις»; Να ελπίζουμε βέβαια, πώς αλλιώς. Αλλά αν πορευόμαστε μόνο με ελπίδες, περιμένοντας να πέσει μάννα εξ ουρανού, δίχως όραμα, σχέδιο, σκοπό, αγώνα και άξιους συνοδοιπόρους, είναι σαν να βαδίζουμε στα σκοτεινά. Σε τούνελ. Στο γνωστό μας τούνελ.

[Καθημερινή]

Read more »

28.12.13

Ιδεολογίες: Έχουν πλέον νόημα;

Το πλαίσιο

Σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία ισχύει ανέκαθεν ο νόμος της επικράτησης των ισχυροτέρων. Η ανάγκη αποτελεσματικότητας αλλά και συνοχής της κοινωνίας επιβάλλει συντονισμό και διοίκηση, κάποιοι (οι λίγοι) να διοικούν και άλλοι (οι πολλοί) να διοικούνται. Και για να έχει ευστάθεια αυτή η διάκριση θεσπίζονται νόμοι και παραχωρούνται στους διοικούμενους διάφορες εγγυήσεις σε τομείς όπως λ.χ. η ασφάλεια, το επίπεδο διαβίωσης, η δικαιοσύνη, το κοινωνικό κράτος, τα εργασιακά δικαιώματα κλπ.

Όμως, αυτός ο de facto διαχωρισμός, σε συνδυασμό με την ανθρώπινη ματαιοδοξία και απληστεία, επισωρεύει με τον καιρό στρεβλώσεις και αδικίες. Οι πιό δυναμικές ομάδες αποκτούν προνόμια. Ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια. Τα συμφέροντα της κάθε κοινωνικής τάξης γίνονται ιδεολογία, ως μέσο κοινής έκφρασης αλλά και καθοδήγησης των μελών της. Οι συνθήκες συνεχώς αλλάζουν, μαζί και οι συσχετισμοί δυνάμεων. Επιχειρείται τότε η εκτόνωση των επερχομένων αδιεξόδων και η εκ νέου σταθεροποίηση του συστήματος με παρεμβάσεις , άλλοτε θεσμικές - εξελικτικές (διάλογος και ψήφος) και άλλοτε με ανατροπές (επαναστάσεις, δικτατορίες ή και πολέμους).

Περισσότερα http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=552494

Read more »

8.4.13

«Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν»

Γιώργος Βέλτσος

Αποφασίσατε για μένα το σκληρό
- αποκοπή και όριο -
αλλά όχι σε χρήμα
σε μοναξιά

Και τώρα αρχίζω
πάνω στην ώρα, εννέα ακριβώς
ψελλίζοντας
να γίνομαι οι δανειστές μου
Ο επόμενος παρακαλώ
εκ του ταμείου, μακριά
Το έλλειμμα τόσο κοντά
στους πεθαμένους
που ένας μεγάλος άγγελος τραβά

Αυτολεξεί η Κύπρος
ξυστά απ' την καρδιά μου

Υ.Γ.: Υπογράφω αυτό το ανέκδοτο ποίημα με τον εμβόλιμο (σε πλάγια) στίχο του Γ. Σεφέρη από το ποίημά του «ΑΓΙΑΝΑΠΑ, Α'» της συλλογής Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ', αφιερωμένης «Στον Κόσμο της Κύπρου» με «Μνήμη και Αγάπη». Και φυσικά δεν φαντασιοκοπώ. Δεν έχω βάλει πλώρη για «Εθνικός Ποιητής», όπως ειρωνικά είχε χαρακτηρίσει τον Σεφέρη ο Γ. Κατσίμπαλης με την ευκαιρία των ποιημάτων του για την Κύπρο. Ομως και για μένα αφορμή υπήρξε ο «συνδυασμός προσωπικών και πολιτικών περιστάσεων» και το στοίχημα να εκφρασθώ εδώ όπου αρθρογραφώ με πολιτικό πρόσημο, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.». Να αφήσω δηλαδή για πρώτη (αλλά όχι τελευταία) φορά να μιλήσει πολιτικά το ποίημα και όχι το ποιητικίζον ιδίωμα στη δημοσιογραφία. Ξέρω πως «η ποίηση που κάποτε φαίνονταν ξεπερασμένη, διατηρείται στη ζωή επειδή πέρασε και χάθηκε η στιγμή της πραγματοποίησής της», όπως ισχυρίζεται ο Αντόρνο. Αναγνωρίζω δηλαδή ότι με μια τέτοιου είδους παρέκβαση στην εφημερίδα είναι σαν να κάνω μια τρύπα στο νερό, γιατί η ποίηση «τίποτα δεν κάνει να συμβεί». Το ποίημα ωστόσο μου φαίνεται πιο κοντά από το άρθρο στην έννοια της «φυσικής δικαιοσύνης» που έκοφτε τον Σεφέρη.

το υπόλοιπο >>> στο "Το Βήμα"

Read more »

5.3.13

Quaderni di Carcere*

Γιώργος Βέλτσος

Πόση κουβέντα χωράει εκείνο το «σταδιακά» από τη συνέντευξη του Γιώργου Σταθάκη στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής; Ρωτήθηκε και είπε επί λέξει: «Το "σταδιακά" έχει σημασία». Τούτο σημαίνει ότι η επιστροφή μισθών και συντάξεων στο επίπεδο του 2009 που υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σταδιακά.

Το ερώτημα όμως είναι «πότε;».

Βέβαια το παρηγορητικό «σταδιακά», εκτός από συνειρμούς με Μαυρογιαλούρους - για τους κακόπιστους -, φέρνει στον νου και τη διατύπωση-καραμέλα της εποχής που διαβάζαμε τα Τετράδια της Φυλακής του Γκράμσι και την Εισαγωγή της κριτικής πολιτικής οικονομίας του Μαρξ ως «προοδευτικοί» διανοούμενοι (χωρίς βουλευτική αποζημίωση). Εγραφε λοιπόν ο Μαρξ πως το «εποικοδόμημα» (ιδεολογία, κουλτούρα) διαθέτει μια «σχετική αυτονομία» (να η καραμέλα) ως προς τη «βάση» (οικονομία), η οποία όμως σε «τελευταία ανάλυση» παίζει καθοριστικό ρόλο.  

Read more »

4.3.13

Η κουλτούρα της άρνησης

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Το κακό με την κρίση – πέρα από την ολική οικονομική καταστροφή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την καθημερινότητα του πολίτη – είναιι, το δίχως άλλο, ότι άγγιξε ελάχιστα την «κρίση» μας, τη γνώμη για τον εαυτό μας και τους άλλους, τη νοοτροπία μας. Θα στοιχημάτιζε κανείς ότι μια τέτοια συμφορά θα μας καθιστούσε σοφότερους για την επόμενη μέρα. Δυστυχώς, δεν υποθηκεύσαμε καμιά νέα ιδέα για το μέλλον, δεν αναζητήσαμε καμιά ουσιαστική απάντηση για το κακό που μας βρήκε, παρά μένουμε – εμμένουμε – πεισματικά στις θέσεις μας, δέσμιοι των προκαταλήψεών μας, των ψευδαισθήσεών μας για την πραγματικότητα, θεωρητικοποιώντας επιπλέον και την εγκληματική ανεπάρκειά μας, την πεισματική μας καταστροφική συνήθεια να υπερασπιζόμαστε με τον φανατισμό του αφελούς τη λάθος γνώμη που έχουμε σχηματίσει.
Το πιο ασφαλές συμπέρασμα που συνάγεται τελικά από αυτήν την καταστροφή που βιώνουμε δραματικά, είναι ότι φταίνε για εκατομμυριοστή φορά οι άλλοι. Και έχουμε πολιτικό σκεπτικό και περισπούδαστες αναλύσεις περί αυτού. Οι περίφημοι «άλλοι» είναι πάντα μπροστά μας, μας… βάζουν εμπόδια και, βάσει οργανωμένου σχεδίου εξόντωσής μας, προσπαθούν να μας αφανίσουν από προσώπου γης! Με αυτήν την αφέλεια πορευόμαστε λίγο - πολύ και τώρα, δίχως καν να περνά από το μυαλό μας μια πιο συνθετική άποψη για τα αίτια που μας οδήγησαν εδώ. Δυστυχώς, οι «θεωρίες» και οι περισπούδαστες αναλύσεις, που μας κάνουν ακόμα χειρότερους από ό,τι μας παρέλαβε η οικονομική κατάρρευση, καλά κρατούν. Οι συζητήσεις για τον Έλληνα μπορεί να διαρκέσουν και δυο χιλιετίες προκειμένου να αραδιάσει ένα σωρό εικασίες, από τις πιο πιθανές έως τις πιο απίθανες, εκτός από μια: την ορθή. Αυτήν που προσφέρει μια λύση, μια διέξοδο.
Η εξήγηση είναι ότι είμαστε λαός της σύγκρουσης, την επιζητούμε ακόμα και εκεί που δεν χρειάζεται· μας τρέφει η τυφλή αντιπαράθεση και η παρεξήγηση. Έχουμε σχηματίσει μια κουλτούρα άρνησης, καχυποψίας, διαστρέβλωσης, εχθρική στη συνθετική προσπάθεια. Η θετική προοπτική απέναντι σε οποιαδήποτε υπόθεση μας αποσυντονίζει, μας κάνει να νιώθουμε μειονεξία, να αισθανόμαστε άβολα και κυρίως… ηλίθιοι. Αντίθετα, η συστηματική καχυποψία, ο αντιθετικός λόγος προς χάριν της στείρας άρνησης, σε συνδυασμό με την επαρχιώτικη κουτοπονηριά, μας χαρίζουν αυτοπεποίθηση και τη βεβαιότητα ότι εμείς δεν θα πιαστούμε πότε κορόιδα! Αυτή η πολιτική στάση είναι απόρροια της καταπιεστικής μετριότητας, όπως αυτή κυριάρχησε στην πολιτική, πνευματική και κοινωνική ζωή της χώρας στα χρόνια της μεταπολίτευσης.


Read more »

3.3.13

Η σημασία της επαναφοράς του κατώτατου μισθού

Των Σπύρου Παπακωνσταντίνου και Γαβριήλ Σακελλαρίδη*

Την τελευταία εβδομάδα έχει γίνει πολύς λόγος γιαι «το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ με τους μισθούς». Έστω κι αν η συζήτηση αυτή ανοίγει υπό την πίεση των χαλκείων της Ν.Δ., έχουν γραφτεί τρία πολύ ενδιαφέροντα άρθρα1, που προωθούν τον διάλογο τόσο από την πλευρά του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ όσο και από την πλευρά της στρατηγικής της Αριστεράς.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή λοιπόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να καταργήσει την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 6-28/2/2012 με την οποία μειώνεται ο κατώτατος μισθός κατά 22% και κατά 32% για τους νέους κάτω των 25 και να τον επαναφέρει στα 751 ευρώ. Μια τέτοια κίνηση, που πρέπει να αποτελέσει -έστω και σε συμβολικό επίπεδο- την πρώτη πράξη της κυβέρνησης της Αριστεράς, συνεπάγεται και αύξηση του επιδόματος ανεργίας στα 461,5 ευρώ.

Γιατί να το κάνει αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ; Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με το οικονομικό του πρόγραμμα, την ανάσχεση δηλαδή της ύφεσης μέσω της ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο Ηλ. Ιωακείμογλου -στα δύο άρθρα του- έχει περιγράψει επαρκώς τον μηχανισμό εκκίνησης ενός «ενάρετου κύκλου» που μπορεί να σπάσει τον αντίστοιχο «φαύλο κύκλο λιτότητας-ύφεσης», μέσω της αύξησης της κατανάλωσης των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, η οποία εν τέλει θα οδηγήσει και σε μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα. Σίγουρα υπάρχει προβληματισμός για το κατά πόσο επαρκεί η αύξηση της κατανάλωσης για να αναστραφεί μια τέτοια ύφεση. Παρά τον μεγάλο πολλαπλασιαστή κατανάλωσης, η επίδραση των εισαγωγών και η σχέση τους με το καταναλωτικό πρότυπο, αλλά και οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες από την πλευρά της προσφοράς (αύξηση εργατικού κόστους) μπορεί να αποδυναμώσουν το θετικό αποτέλεσμα της κατανάλωσης στην ανάπτυξη. Επομένως και οι επενδύσεις είναι απαραίτητες.

Read more »